Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση θα πραγματοποιήσει πανελλαδική Συνδιάσκεψη με θέμα την πρόταση και παρέμβαση στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες των εργαζόμενων.
Η Συνδιάσκεψη αυτή, που είναι απόφαση του ιδρυτικού μας συνεδρίου, έχει στόχο να μελετήσουμε την κατάσταση, τα χαρακτηριστικά και τη διάρθρωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Να συζητήσουμε την εμπειρία των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος, αλλά και της παρέμβασης της νέας οργάνωσής μας στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Να αναπτύξουμε και διαμορφώσουμε συλλογικά την πρότασή μας για ένα κίνημα εργατικής χειραφέτησης, τους στόχους, τις μορφές, τους δρόμους και τα «οχήματα» που απαιτούνται για την ανάπτυξή του.
Διαθέτουμε πολύτιμη εμπειρία από τη δράση των συντρόφων/σσων μας όλα τα προηγούμενα χρόνια στους κλάδους, τα σωματεία, τους αγώνες των εργαζομένων, και σημαντικά θεωρητικά εφόδια του ρεύματός μας, που στις πιο απαιτητικές νέες συνθήκες χρειάζονται ανάπτυξη, νέα στοιχεία και ανάλυση, δημιουργική ενίσχυση.
Με την Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής για την Εργατική Συνδιάσκεψη, και με όλη την πορεία και τις διαδικασίες συζήτησης στις οργανώσεις της Κ.Α. μελετάμε πώς μπορούν να νικήσουν οι αγώνες στις σημερινές συνθήκες και με ποιον τρόπο συμβάλλουν στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και στην τάση χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Επιδιώκουμε να ενοποιήσουμε την οργάνωσή μας, τους παλιούς και τους νέους συντρόφους και συντρόφισσες, και παράλληλα να απευθύνουμε την πρότασή μας σε νέο δυναμικό. Να ενισχύσουμε τη συνολική εργατική φυσιογνωμία της οργάνωσής μας, να σχεδιάσουμε την οικοδόμηση εργατικών οργανώσεων σε βασικούς κλάδους. Να αναβαθμίσουμε την παρέμβασή μας στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα από τη σκοπιά της εργατικής πολιτικής και να διαμορφώσουμε δρόμους για τη βελτίωση του συσχετισμού μέσα στο εργατοσυνδικαλιστικό κίνημα και συνολικά στην εργατική δράση υπέρ του αγωνιστικού ταξικού ρεύματος και της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας.
Η Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης που διαμορφώθηκε και έφτασε σε όλες τις Οργανώσεις τον Ιούλιο, θα συζητηθεί σε διαδικασίες και συνεδριάσεις σε όλη ην κλίμακα, ενώ τις αμέσως επόμενες μέρες θα ξεκινήσει και ο δημόσιος και εσωοργανωτικός διάλογος. Η πανελλαδική Εργατική Συνδιάσκεψη προγραμματίζεται για τις 17-18 Οκτωβρίου 2026 στην Αθήνα, και θα συμμετάσχουν εκλεγμένοι αντιπρόσωποι από όλες τις Ο.Β. από όλες τις περιοχές της χώρας.
[Διαβάστε την Εισήγηση της ΠΕ για την Εργατική Συνδιάσκεψη σε ξεχωριστά κεφάλαια πατώντας στους παρακάτω συνδέσμους]:
ΜΕΡΟΣ Γ. Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ
* * * * * *
Εισήγηση για την Εργατική Συνδιάσκεψη, Μέρος Α
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στο ιδρυτικό 1ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης διατυπώσαμε την ανάγκη να αναμετρηθούμε με τις εκτιμήσεις που είχαμε κάνει στο τελευταίο (5ο) Συνέδριο του ΝΑΡ, στις Θέσεις του οποίου αναφερόταν: «Η κοινωνική μας σύνθεση και οι αδύναμοι δεσμοί μας με την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα αποτελούν πρόβλημα που επιδρά, κοινωνικά-πολιτισμικά, συνολικά και συγκεκριμένα, σε όλο το πλέγμα των ανεπαρκειών και αντιφάσεών μας: στην έλλειψη σχεδιασμού, στην ανάλογη διάταξη των δυνάμεων, στην ανάληψη πρωτοβουλιών παρέμβασης και ανάπτυξής μας τόσο στα τμήματα της εργατικής τάξης που εργάζονται σε καίριους τομείς της παραγωγής όσο και στα πιο πληβειακά κομμάτια της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην αδυναμία αντιμετώπισης των δυσκολιών προσαρμογής και συνέχισης της δράσης του κομματιού των αποφοίτων από τις σχολές ΑΕΙ-ΤΕΙ, και συνολικά από την εκπαίδευση, στη νέα φάση της ζωής τους».
Στην Εργατική Συνδιάσκεψη επιδιώκουμε να εστιάσουμε περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα. Στην κομμουνιστική αντίληψη για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας και την εργατική εξουσία, το κίνημα έχει καθοριστικό ρόλο, καθώς η εργατική τάξη είναι η κοινωνική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει στην πανανθρώπινη χειραφέτηση ως δημιουργός της απελευθερωμένης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης νέας κοινωνίας.
Θέτουμε λοιπόν ως βασικούς άξονες της συζήτησης και στόχους της Συνδιάσκεψης τους ακόλουθους:
i. Τη συμβολή στην εμφάνιση ενός κινήματος εργατικής χειραφέτησης και υπεράσπισης των συμφερόντων και των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης. Για την ανάπτυξη ανατρεπτικού κινήματος και αγώνων, με στόχο την ήττα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, του κεφαλαίου και της ΕΕ/ΝΑΤΟ, καθώς και τη συντριβή του κυβερνητικού, εργοδοτικού και συναινετικού συνδικαλισμού της υποταγής.
ii. Την ενίσχυση της συνολικής εργατικής φυσιογνωμίας της οργάνωσής μας, με την πεποίθηση ότι η σύνδεσή μας με τα πιο πληβειακά στρώματα της κοινωνίας, με την καρδιά της εργατικής τάξης, αποτελεί το βασικό κριτήριο για την επιτυχία του εγχειρήματος της ανασυγκρότησης της κομμουνιστικής στρατηγικής.
iii. Την οικοδόμηση εργατικών οργανώσεων σε βασικούς κλάδους, τη βελτίωση της σύνθεσης της οργάνωσης με ένταξη εργατών και εργατριών, την ανάπτυξη σταθερών πολιτικών δεσμών με τον κόσμο της δουλειάς.
iv. Την αποσαφήνιση και την αναβάθμιση της παρέμβασής μας στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα από τη σκοπιά της εργατικής πολιτικής, με γνώμονα την έκφραση των ευρύτερων συμφερόντων της εργατικής τάξης, υπερβαίνοντας τα όρια του οικονομισμού.
v. Τη βελτίωση του συσχετισμού μέσα στο εργατοσυνδικαλιστικό κίνημα και συνολικά στην εργατική δράση υπέρ του αγωνιστικού ταξικού ρεύματος και της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας.
Διαθέτουμε πολύτιμη εμπειρία και σημαντικά θεωρητικά εφόδια γι’ αυτή τη συζήτηση. Επιδιώκουμε να μελετήσουμε την κατάσταση, τα χαρακτηριστικά και τη διάρθρωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Συζητάμε την εμπειρία των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος, αλλά και της παρέμβασης της οργάνωσής μας. Με βάση αυτά, δομούμε την πρότασή μας για ένα κίνημα εργατικής χειραφέτησης, τους στόχους, τις μορφές, τους δρόμους και τα «οχήματα» που απαιτούνται για την ανάπτυξή του. Μελετάμε αν και πώς μπορούν να νικήσουν οι αγώνες στις σημερινές συνθήκες και με ποιον τρόπο συμβάλλουν στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και στην τάση χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Επιδιώκουμε να ενοποιήσουμε την οργάνωσή μας, τους παλιούς και τους νέους συντρόφους και συντρόφισσες, και παράλληλα να απευθύνουμε την πρότασή μας σε νέο δυναμικό.
Πολιτική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης,
Ιούλιος 2026
* * * * * * *ΜΕΡΟΣ Α
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ
1. Η εκτίμηση για την περίοδο
1.1 Γενικά χαρακτηριστικά της περιόδου
Η μελέτη των βασικών χαρακτηριστικών της περιόδου είναι σημαντική για την ανάπτυξη εργατικής πολιτικής από τις δυνάμεις μας. Την περίοδο που διανύουμε τη χαρακτηρίζουν πέντε καίρια στοιχεία:
i) Η σαφής στροφή προς την «πολεμική οικονομία», αλλά και τον ίδιο τον πόλεμο, στο πλαίσιο του κλιμακούμενου ανταγωνισμού ειδικά μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών χωρών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Ειδικότερα, το πρόγραμμα ReArm Europe της ΕΕ ενσωματώνει όλο και βαθύτερα την πολεμική παραγωγή στη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η προετοιμασία για τον πόλεμο, αλλά και η μετέπειτα ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών και υποδομών αναδεικνύονται σε κρίσιμους άξονες τόνωσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας τόσο για την παραδοσιακή βιομηχανία όσο και για τις επιχειρήσεις των νέων τεχνολογιών.
Είναι χαρακτηριστικοί δύο από τους επτά στόχους τους οποίους θέτει το πρόγραμμα: ο πρώτος για στήριξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μέσω της συγκέντρωσης της ζήτησης και της αύξησης των συνεργατικών δημόσιων συμβάσεων και ο δεύτερος για επιτάχυνση του μετασχηματισμού της άμυνας μέσω ανατρεπτικών καινοτομιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κβαντική τεχνολογία. Οι επιπτώσεις της «πολεμικής οικονομίας», εκτός από την ενίσχυση της πολεμικής απειλής, επιδρούν καθοριστικά και στο κοινωνικό ζήτημα, με την ακρίβεια να εκτοξεύεται, τις κοινωνικές παροχές να συρρικνώνονται και τη θέση της εργατικής τάξης να επιδεινώνεται συνολικά.
ii) Η στροφή αυτή δεν είναι συγκυριακή, ούτε συνδέεται αποκλειστικά με κάποια «τρέλα Τράμπ», παρά την ιδιαίτερη επιτάχυνση που επιφέρει η κυριαρχία της φασίζουσας ακροδεξιάς στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, έχοντας μεν αφήσει πίσω μας τα έκδηλα κρισιακά φαινόμενα της περιόδου 2008-2012 και τη δοκιμασία της πανδημίας, αλλά δίχως να έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης και κερδοφορίας να είναι οι προσδοκώμενοι για το κεφάλαιο ή να εγγυώνται μια σταθερά ανοδική πορεία. Αυτή η παράμετρος –δείκτες της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, οι σχετικά χαμηλοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ και η γιγάντωση του παγκόσμιου χρέους (325% του παγκόσμιου ΑΕΠ)– ωθεί το κεφάλαιο με εξαιρετικά πιεστικό τρόπο στην αναζήτηση νέων πηγών τόνωσης της κερδοφορίας του.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ένταση της άμεσης εκμετάλλευσης εντός της εργασίας-παραγωγής με όλα τα δυνατά μέσα (μείωση μισθών, ελαστικότητα, αλλαγές στο περιεχόμενο της εργασίας κ.λπ.), η εντεινόμενη προσπάθεια έμμεσης εκμετάλλευσης (δηλ. εκτός εργασίας), η προσφυγή –και γι’ αυτόν τον λόγο– στην «πολεμική οικονομία» (με τη μαζική παραγγελία οπλικών συστημάτων, που έχουν ως σίγουρους πελάτες τα κράτη και τους στρατούς τους και για τα οποία επιβαρύνονται τα λαϊκά στρώματα μέσω της φορολογίας), η ένταση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, η αναζήτηση νέων πεδίων κεφαλαιακής δραστηριοποίησης (π.χ. ενέργεια, περιβάλλον, ιδιωτικοποιήσεις, wellness κ.λπ.).
iii) H τάση για όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών/ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αποκρυσταλλώνεται όλο και πιο ευδιάκριτα και αποκτά σχετικό προβάδισμα σε σχέση με την πάντα ενεργή τάση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, η οποία εμφανίζει ορατά σημάδια ανακοπής. Το δίπολο «καπιταλιστική διεθνοποίηση-ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» δεν είναι κάτι νέο· χαρακτηρίζει πάντα τον καπιταλισμό, ωστόσο οι εντάσεις προς τη μία ή την άλλη πλευρά του έχουν πολιτική σημασία.
Σήμερα πλήττονται σοβαρά οι μύθοι περί αδιατάρακτης δήθεν πορείας προς την «παγκοσμιοποίηση», που υποτίθεται ότι θα ήταν το αποτέλεσμα της εξάπλωσης της αγοράς και του «ενάρετου» εμπορίου, τα οποία «θα έφερναν και την παντοτινή ειρήνη». Οι δυσκολίες σε επίπεδο κερδοφορίας, αλλά και η πάλη για διατήρηση της κυρίαρχης θέσης των ΗΠΑ ή για κατάκτησή της από την Κίνα, δυναμιτίζουν αυτή την προοπτική, οξύνοντας τον ανταγωνισμό για πρώτες ύλες, εμπορικούς δρόμους, ενεργειακούς πόρους, αγορές, πατέντες, κρίσιμα από άποψη γεωπολιτικής ή γεωοικονομίας σημεία (π.χ. Γροιλανδία, Ορμούζ), το διάστημα και άλλα.
Οι ΗΠΑ έχουν κηρύξει ανοιχτά το τέλος αυτής της εποχής, ενώ η Κίνα, σε μια χαρακτηριστική αντιστροφή ρόλων, μιλά για «καλή παγκοσμιοποίηση» και δυνατότητες για «win win» λύσεις, που δεν έχουν καμιά σχέση με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Από την άλλη, η τάση για διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι μόνο δεν καταργείται, αλλά ο καπιταλισμός την έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Αυτή η, όλο και πιο δομική, αντίφαση αναδιατάσσει τους συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα. Η νέα αυτή διάταξη ισχύος δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ακόμη με σταθερότητα, παρότι διακρίνονται τάσεις της, όπως η ισχυρότερη παρουσία της Κίνας, η υποχώρηση του ευρωπαϊκού κέντρου και ο περιορισμός των ΗΠΑ σε ένα νέο πλαίσιο.
Η παρόξυνση του ανταγωνισμού, που συνοδεύεται όλο και περισσότερο από πολεμικές προετοιμασίες, απειλές και αναμετρήσεις, θα επιβάλει εντέλει είτε μια νέα ιεραρχία ισχύος, με πρωτοκαθεδρία διαφορετικών δυνάμεων, η οποία θα επανατοποθετήσει τους όρους της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, είτε, με την παρέμβαση της επαναστατικής ταξικής πάλης και της πάλης των λαών ‒όσο αδύναμες και αν φαίνονται σήμερα‒, θα διαμορφώσει νέες επαναστατικές δυνατότητες προς μια σοσιαλιστική/κομμουνιστική προοπτική.
iv) Βρισκόμαστε σε περίοδο γοργών τεχνολογικών αλλαγών –με πλέον χαρακτηριστικές, αλλά όχι μόνες, αυτές που σχετίζονται με την αξιοποίηση της τεχνητής «νοημοσύνης»–, οι οποίες έχουν καταλυτική επίδραση σε όλα τα πεδία και στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων: από το περιεχόμενο και τον τρόπο εργασίας έως το επίπεδο και τους κλάδους απασχόλησης της εργατικής τάξης· από τους συσχετισμούς μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου μέχρι τη σχέση της κορυφής της πυραμίδας του με τα υποδεέστερα τμήματά της· από τη μορφή του πολέμου έως την παρέμβαση του κεφαλαίου στους πέραν της άμεσης παραγωγής τομείς και στις συναφείς κοινωνικές σχέσεις· τέλος, από τους όρους διαμόρφωσης της συνείδησης και της πολιτικοποίησης έως τους αστικούς μηχανισμούς χειραγώγησης, ελέγχου και καταπίεσης.
v) Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου ο πολιτικός-ιδεολογικός (αλλά και ο κοινωνικός) συσχετισμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, τάσης χειραφέτησης και τάσης υποταγής, κομμουνιστικής απελευθέρωσης και καπιταλιστικής βαρβαρότητας παραμένει αρνητικός, τόσο εντός όσο και εκτός των χώρων εργασίας. Υπάρχουν όμως και σημαντικές τάσεις αντιστροφής του συσχετισμού: τάσεις αμφισβήτησης βασικών αξιών του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής και εργασίας, αν και συχνά με πρωτόλειο και αποσπασματικό χαρακτήρα ιδίως στις νεότερες γενιές, εργατικοί αγώνες (μικρότεροι ή μεγαλύτεροι) με αγωνιστικές κορυφώσεις, όπως αυτοί που εκδηλώθηκαν με αφορμή το κρατικό και επιχειρηματικό έγκλημα των Τεμπών, κάποια νέα ή/και πρωτοποριακά παραδείγματα συνδικαλιστικής συγκρότησης.
Σημαντικές είναι και αντίστοιχες εξελίξεις διεθνώς με μαζικά κινήματα να ξεσπούν, άλλα με πιο επιμέρους αιτήματα και άλλα που είχαν στόχο ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές (ανατροπή κυβερνήσεων ή καθεστώτων κ.λπ.). Ωστόσο, οι τάσεις αυτές δεν έχουν τέτοια έκταση και βάθος ώστε να υποδηλώνουν μια δυνατότητα πολιτικού μετασχηματισμού ή να μας επιτρέπουν να εκτιμούμε μια τάση αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών υπέρ των ταξικών δυνάμεων. Αυτό σχετίζεται τόσο με τη δράση του «αντιπάλου» όσο και του δικού μας «στρατοπέδου». Ισχυροποιούνται οι μηχανισμοί του κεφαλαίου εντός κι εκτός παραγωγής, όπως και η προβολή των ατομικιστικών τάσεων και της λογικής «δεν αλλάζουν τα πράγματα».
Βαραίνει ακόμη την εργατική-λαϊκή συνείδηση η υποχώρηση και η ήττα των μεγάλων αγώνων της μνημονιακής περιόδου και η πολιτική κατάληξη που είχε η πολιτική τους εκπροσώπηση διαμέσου του διαχειριστικού ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ και της «πρώτης φορά αριστεράς» στην κυβέρνηση. Επίσης, είναι λίγα τα παραδείγματα αγώνων που καταφέρνουν νίκες και ρήγματα, ώστε να συγκροτείται μια νέα εργατική αυτοπεποίθηση και διεκδικητικότητα. Τα στοιχεία αυτά οξύνονται στο πλαίσιο της ιστορικής ήττας του παραδοσιακού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και των ανεπαρκών ακόμη βημάτων θετικής υπέρβασής της.
Σαφώς στο διαλεκτικό ζεύγος «δυσκολίες-δυνατότητες» κυριαρχούν οι δυσκολίες, ενώ παραμένει μεγάλη η αναντιστοιχία ανάμεσα, εφενός, στις ιστορικές ανάγκες και δυνατότητες ανασυγκρότησης της εργατικής πολιτικής και, αφετέρου, στην πολιτική παρέμβαση, τη θεωρητική συμβολή και τη διαμόρφωση των όρων της επαναστατικής προοπτικής της αριστεράς. Ωστόσο, η σύγκρουση της αστικής τάξης με την εργατική, σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά αντίθετα οξύνεται διαρκώς, αποτελώντας την «κόκκινη κλωστή» που διαπερνά το σύνολο των εξελίξεων που χαρακτηρίζουν τη νέα εποχή.
Η δική μας παρέμβαση ‒και σε αυτό πρέπει να συμβάλει η Εργατική Συνδιάσκεψη‒ πρέπει να συνδεθεί με τις τάσεις αμφισβήτησης και τις ζώνες κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας, οι οποίες πολλές φορές εκδηλώνονται υπόκωφα. Επίσης, οφείλει να αξιοποιήσει την κινητικότητα που αναπτύσσεται στο στρατόπεδο των «από κάτω» καθώς και τις δυνατότητες που ανοίγονται, ώστε με την παρέμβασή μας να αποκτήσουν ευρύτερα ανατρεπτικά χαρακτηριστικά.
1.2 Ο ελληνικός καπιταλισμός
Στην ελληνική οικονομία, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, πέφτει όλο και πιο βαριά η σκιά της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), τον Αύγουστο του 2026. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν έωλο το κυβερνητικό αφήγημα περί «ισχυρής δυναμικής ανάπτυξης». Η θέση της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει σχετική υποχώρηση στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας. Το ΑΕΠ σε πραγματικές τιμές βρίσκεται κάτω από το επίπεδο του 2008. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού όρου, με τη χώρα να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ (14,3% το α΄ τρίμηνο του 2025) παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ-27, μετά το Λουξεμβούργο, πολύ χαμηλό σε σχέση με το παρελθόν ή με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21%). Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση και στον τουρισμό, ενώ η συνεισφορά της βιομηχανίας και των εξαγωγών αγαθών παρουσιάζει διακυμάνσεις. Μεγάλο τμήμα των επενδύσεων κατευθύνεται στο real estate (με τη συμβολή και της Χρυσής Βίζας, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την όξυνση της στεγαστικής κρίσης) και σε κλάδους «έντασης εργασίας», όπως ο τουρισμός, γεγονός που εξηγεί τη διαρκή υστέρηση σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα.
Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη στην ΕΕ, φτάνοντας μόλις το 56,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2023. Από το 2009, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει μειωθεί κατά 16%. Επιπλέον, οι μεταναστευτικές ροές επηρεάζουν άμεσα τον εσωτερικό καταμερισμό, ιδιαίτερα σε κλάδους χαμηλής ειδίκευσης. Τέλος, κομβικό στοιχείο είναι οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και η επέλαση του κεφαλαίου σε όλους τους τομείς της κοινωνίας.
2. Οι εξελίξεις στις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας
2.1 Ορισμένες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία
Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού ‒απόρροια της αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης, στην ορθολογικότητα σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης και στον ανορθολογισμό σε επίπεδο συστήματος συνολικά‒ στη διαδικασία παραγωγής, ανταλλαγής και διανομής εντείνονται. Η αναζήτηση ταχύτατης ανάπτυξης και ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών για αύξηση της σχετικής υπεραξίας οδηγεί στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και στην ενίσχυση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Από τη μια εγκατάσταση σημαντικών μονάδων της παραγωγής-μεταποίησης σε χώρες φτηνής εργασίας για μείωση του κόστους και αύξηση των κερδών, από την άλλη (αθέλητη) υποβοήθηση νέων περιφερειακών καπιταλιστικών κέντρων, που ορθώνονται από ένα σημείο κι έπειτα ως ανταγωνιστικά (π.χ. Κίνα).
Από τη μια, η ηγεμονική θέση των Πολυεθνικών Πολυκλαδικών Μονοπωλίων (ΠΠΜ) στη διεθνή οικονομία και η διαμόρφωση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων αποτελούν αιχμές ισχύος και κυριαρχίας των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών καπιταλιστικών κρατών (με εθνική βάση), από την άλλη η ίδια αυτή τάση διεθνοποίησης περιπλέκει, σχετικοποιεί ή/και ακυρώνει τις δυνατότητες μιας, προσωρινής έστω, «επιστροφής στην εθνική βάση», ενώ δημιουργεί προβλήματα σε έκτακτες καταστάσεις, όπως η πανδημία ή οι πολεμικές συγκρούσεις σε στρατηγικά σημεία, π.χ. τα στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, η ενίσχυση του δόγματος της εθνικής/περιφερειακής οικονομικής κυριαρχίας, όπως διατυπώνεται από τον σημερινό Πρόεδρο των ΗΠΑ, θα επηρεάσει και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας, ο οποίος ενδέχεται να αναδιαμορφωθεί στη βάση περιφερειακών στρατηγικών συμμαχιών. Ήδη παρατηρείται μια τάση μετακίνησης των αλυσίδων παραγωγής των ΠΠΜ πιο κοντά στις αγορές κατανάλωσης ή στις χώρες-προέλευσής τους, περιορίζοντας την εξάρτηση από τις μακρινές ασιατικές αλυσίδες παραγωγής. Το 2026 το 28% των εταιρειών στην ΕΕ και το 33% στις ΗΠΑ σχεδιάζουν τέτοιες κινήσεις, λόγω δασμών και γεωπολιτικών κινδύνων.
Εμφανίζεται, δηλαδή, μια τάση μετασχηματισμού ορισμένων μορφών της καπιταλιστικής διεθνοποίησης σε σχέση με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί από το 1995 και μετά. Ταυτόχρονα, ο διεθνής καταμερισμός απειλεί να διευρύνει το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Οι χαμηλού εισοδήματος οικονομίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν επιβράδυνση της παραγωγικότητας και των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, με δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις στο εσωτερικό τους και περαιτέρω ενίσχυση των μεταναστευτικών ροών.
Παράλληλα, η επέκταση της εφαρμογής νέων τεχνολογιών (αυτοματοποιήσεις, διαδίκτυο, ρομποτική, AΙ/τεχνητή «νοημοσύνη» κ.λπ.) μετασχηματίζει το περιεχόμενο της εργασίας, τις επαγγελματικές ειδικότητες και τα απαιτούμενα προσόντα/ικανότητες όχι μόνο υποκαθιστώντας εργαζομένους ή καταργώντας θέσεις εργασίας, αλλά ανασχεδιάζοντας ρόλους. Τυποποιεί ακόμα περισσότερο την εργασία μεγάλων τμημάτων εργαζομένων, μειώνοντας ταυτόχρονα τον αριθμό τους και διευρύνοντας την πραγματική υπαγωγή τους στο κεφάλαιο, ενώ παράλληλα αναβαθμίζει τον ρόλο κάποιων ενδιάμεσων/ανώτερων στελεχών.
Έτσι, σε πολλούς τομείς των υπηρεσιών αλλά και της μεταποιητικής παραγωγής θα ενισχυθεί ο ρόλος των «ομάδων-έργων», οι οποίες θα συνδυάζουν λιγότερο μόνιμο προσωπικό εντός του χώρου εργασίας με τύποις «αυτοαπασχολούμενους» (στην πραγματικότητα μισθωτούς, αλλά όχι με τυπική έμμισθη εργασιακή σχέση) και αλγόριθμους ΑΙ.
Ενώ τα λεγόμενα «λευκά κολάρα» (οι εργαζόμενοι στα γραφεία και σε ορισμένες υπηρεσίες) πλήττονται περισσότερο από την AI, θα παραμείνει σημαντικός ο ρόλος των εργαζομένων σε μια σειρά χειρωνακτικά/τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία είναι δύσκολο να αυτοματοποιηθούν πλήρως, και εκείνων των αφανών οι οποίοι εργάζονται «πίσω από την κουρτίνα» ώστε να «εξορυχθούν» από έναν ωκεανό αδόμητων δεδομένων τα πολύτιμα στοιχεία που είναι αναγκαία για να λειτουργήσουν οι εφαρμογές της ΑΙ. Ταυτόχρονα, καθώς οι απαιτούμενες δεξιότητες μεταβάλλονται με ταχύτερους ρυθμούς στα επαγγέλματα που επηρεάζονται περισσότερο από την τεχνητή νοημοσύνη, θα ενισχυθεί η τάση για διαρκή εκπαίδευση και κατάρτιση (πράγμα, ωστόσο, πολύ διαφορετικό από την ολόπλευρη μόρφωση).
Σε κάθε περίπτωση, η ΑΙ επιχειρείται να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο προκειμένου να ενισχυθεί η κερδοφορία του. Αυτό γίνεται είτε πριμοδοτώντας τις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, είτε μειώνοντας το εργατικό δυναμικό, είτε αλλάζοντας το περιεχόμενο και τους ρόλους εργασίας, είτε ενισχύοντας την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και την εντατικοποίηση, είτε αυξάνοντας τον έλεγχο και τους συνδυασμούς απόσπασης απόλυτης-σχετικής υπεραξίας, είτε μειώνοντας τον χρόνο κύκλησης/περιστροφής του κεφαλαίου με την επίτευξη μιας πιο βαθιάς, αποτελεσματικής και οργανικής σύνδεσης της παραγωγής με την κατανάλωση.
Βέβαια, οι αναδιαρθρώσεις στην παραγωγική διαδικασία δεν οφείλονται μόνο στις τεχνολογικές καινοτομίες, στις μεταβολές στη ζήτηση, στις μετακινήσεις κεφαλαίων από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα, λόγω της μεταβολής του ποσοστού κέρδους αλλά και γενικότερων κρισιακών φαινομένων. Καθορίζονται και από τις κοινωνικές εξελίξεις, την ταξική πάλη και τους συσχετισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς) στους χώρους εργασίας και έξω από αυτούς.
2.2 Η αστική πολιτική στην Ελλάδα και στην ΕΕ
Το ελληνικό και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο έδρασαν σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια για να μεταβάλουν τον συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης έχοντας δύο βασικές στοχεύσεις: την υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης σε οικονομικό επίπεδο (δηλαδή τη μείωση των μισθών) και το χτύπημα της εργατικής συλλογικότητας, το τσάκισμα της εργατικής αυτοπεποίθησης, την υπονόμευση της εργατικής απαίτησης-διεκδίκησης σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.
Από τη δεκαετία του 1990, με αφετηρία τη Λευκή Βίβλο και άλλες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, όπως η ευρωπαϊκή Οδηγία 2003/88 για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, το κεφάλαιο στόχευε με στρατηγικό τρόπο: 1. Στην ευελιξία της αγοράς εργασίας (ευκολία πρόσληψης-απόλυσης, μερική ή/και εκ περιτροπής εργασία, τηλεργασία, ελαστική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, συχνή αλλαγή εργασίας και αντικειμένου εργασίας, προώθηση της διά βίου μάθησης και κατάρτισης, μετατροπή της τυπικής εργασιακής σχέσης σε άτυπη με μπλοκάκι, εργασία 24/7, ρευστοποίηση των ορίων μεταξύ του εργάσιμου και του ελεύθερου χρόνου κ.ά.).
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δουλειά «just in time», όπως, όσο και όποτε θέλει ο εργοδότης. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας ξεκίνησαν και στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. 2. Στη μείωση του κόστους εργασίας (με μείωση των ονομαστικών μισθών ή συγκράτηση της αύξησής τους, αύξηση της πληρωμής με δελτίο κ.λπ.). 3. Στην αύξηση της παραγωγικότητας και του ξεζουμίσματος των εργαζομένων, με εντατικοποίηση της εργασίας, οργανωτικές αλλαγές και αξιοποίηση τόσο των τεχνολογικών δυνατοτήτων όσο και των δημιουργικών ικανοτήτων των εργαζομένων. 4. Στην ενίσχυση του εργοδοτικού δεσποτισμού-ελέγχου, καθώς στις κλασικές μορφές προστίθενται και εκείνες που σχετίζονται με τον ‒κατά κανόνα πιο ασφυκτικό, αν και όχι πάντα ορατό‒ ψηφιακό έλεγχο.
Ιδιαίτερη όξυνση της έμμεσης εκμετάλλευσης των εργαζομένων συντελείται με την επιτάχυνση των στρατηγικών αναδιαρθρώσεων που προωθούνται με γνώμονα την ανταποδοτικότητα και την απελευθέρωση των αγορών της ΕΕ που αφορούν τα δημόσια αγαθά και τις δημόσιες υπηρεσίες. Παράλληλα, αναβαθμίζεται ο ρόλος του κεντρικού και του τοπικού κράτους στη συγκεντροποίηση του πλούτου από το κεφάλαιο και στη διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών με ιδιωτικά και επιχειρηματικά κριτήρια. Η συμμετοχή και η πρόσβαση στα δημόσια αγαθά και στις δημόσιες υπηρεσίες (υγεία, παιδεία, συγκοινωνίες, ενέργεια, νερό, τηλεπικοινωνίες, καθαριότητα κ.ά.) γίνονται πιο ταξικές, αφού πλέον οι δημόσιες δομές περνούν πλήρως στα χέρια ιδιωτών ή διασπώνται για να εκχωρηθούν στους ιδιώτες τα πιο κερδοφόρα τμήματά τους (ΣΔΙΤ) ή εισάγονται με όρους αγοράς σε χρηματιστήρια αξιών.
Σε αυτά προστίθεται η παρατεταμένη τάση αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά (στέγη, ενοίκια, τρόφιμα, καύσιμα κ.ά.) καθώς και η είσοδος funds και εταιρειών διαχείρισης και δρομολόγησης χιλιάδων πλειστηριασμών, με ταυτόχρονη φοροληστεία των εργαζομένων και «απρόσμενα κέρδη», μέσω φοροαπαλλαγών, για το κεφάλαιο, τους εφοπλιστές και τις πολυεθνικές.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα η επίθεση στο εργατικό εισόδημα εμφανίζει μεγαλύτερη ένταση από άλλες χώρες της ΕΕ και συνολικά της Ευρώπης, όπως συνάγεται από τη σύγκριση του επιπέδου ακρίβειας, τη σχέση μισθών-κόστους ζωής και τη σχέση μισθών-κερδών. Είναι δείγμα της επιθετικότητας του κεφαλαίου στην εγχώρια εργατική τάξη και απόδειξη της υποχώρησης της λαϊκής δύναμης.
Οι μνημονιακοί νόμοι (Ν. 3845/2010, Ν. 4024/2011, ΠΥΣ 6/2012, Ν. 4172/2013) άλλαξαν ριζικά το εργατικό δίκαιο, διαλύοντας το πλαίσιο των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους. Με βάση τις ρυθμίσεις τους, καταργήθηκε η διαπραγμάτευση για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) για τον κατώτατο μισθό, και η αρμοδιότητα καθορισμού του μεταφέρθηκε μονομερώς(!) στην κυβέρνηση με νομοθετική απόφαση. Μειώθηκε ο γενικός κατώτατος μισθός κατά 22% και κατά 32% για τους νέους/ες εργαζομένους κάτω των 25 ετών (υπο-κατώτατος μισθός).
Πάγωσαν οι ωριμάνσεις και τα επιδόματα πολυετίας μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να μειωθεί κάτω από το 10% και προστέθηκε όριο προϋπηρεσίας τριών τριετιών, με αποτέλεσμα το γενικό πάγωμα μισθών όσο αφορά την ΕΓΣΣΕ. Θεσπίστηκε η προτεραιότητα των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών, επιτράπηκε η υπογραφή επιχειρησιακών συμβάσεων από Ενώσεις Προσώπων και όχι από σωματεία, καταργήθηκε η μετενέργεια και η επεκτασιμότητα των κλαδικών ΣΣΕ, με συνέπεια να μείνουν ακάλυπτοι χιλιάδες εργαζόμενοι.
Στο Δημόσιο, ήδη από το 1999 και τον Ν. 2738 (ΠΑΣΟΚ), καταργήθηκε η οικονομική διαπραγμάτευση στις ΣΣΕ, ενώ με το ενιαίο μισθολόγιο (Ν. 4024/2011) και τη βασική του αναθεώρηση (Ν. 4354/2015), ως βασικά εργαλεία της αντιδραστικής δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ και στο όνομα του εξορθολογισμού του Δημοσίου και της κατάργησης των αποκλίσεων μισθών μεταξύ ίδιων βαθμίδων, θεσπίστηκαν με νόμο οι οριζόντιες μνημονιακές περικοπές και η κατάργηση βασικών επιδομάτων. Με εξαίρεση κάποια ειδικά μισθολόγια (στρατιωτικοί, πανεπιστημιακοί, γιατροί ΕΣΥ), οι αποδοχές καθορίζονται μονομερώς «από τα πάνω» με βάση την εκπαιδευτική κατάρτιση των υπαλλήλων (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ) και τη μισθολογική εξέλιξη ανά διετία, ενώ είναι προσαρμοσμένες-καθηλωμένες στη δημοσιονομική πολιτική της ΕΕ, στους αλγόριθμους της παραγωγικότητας και στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ.
Στη νέα φάση προωθείται η σύνδεση μισθού-αξιολόγησης με τη μορφή μπόνους παραγωγικότητας έπειτα από αξιολόγηση (Ν. Βορίδη), αυξάνεται το επίδομα θέσης ευθύνης για στελέχη διοίκησης (manager) κατά 30%, ενώ αντίστοιχες αλλαγές θα έλθουν και για τους μισθούς στην εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται και η ολική κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού και σύνταξης, αφού πρώτα αντικαταστάθηκε το δώρο με έκτακτο επίδομα των 500 ευρώ (το 2010 από την κυβέρνηση Παπανδρέου) και στη συνέχεια καταργήθηκαν πλήρως (το 2012 από την κυβέρνηση ΝΔ ‒ ΠΑΣΟΚ ‒ ΔΗΜΑΡ).
Οι νόμοι της κυβέρνησης της ΝΔ (Ν. 4808/2021, γνωστός και ως νόμος Χατζηδάκη, και Ν. 5053/2023, γνωστός και ως νόμος Γεωργιάδη) επέφεραν σημαντικές αλλαγές, με στόχο την περαιτέρω υποτίμηση της εργατικής δύναμης, την ενίσχυση της ευελιξίας της εργασίας σύμφωνα με τις επιχειρηματικές ανάγκες και τον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων. Καθιέρωσαν την ψηφιακή κάρτα εργασίας, κατάργησαν de facto το 8ωρο μέσω της καθιέρωσης του 10ωρου χωρίς πρόσθετη υπερωριακή αμοιβή, επέκτειναν τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας με την αλλαγή του καθεστώτος υπερεργασίας και υπερωρίας και με την αύξηση του ανώτατου ορίου επιτρεπόμενων υπερωριών ανά έτος στις 150 ώρες, κατάργησαν την κυριακάτικη αργία σε επιπλέον κλάδους, διευκόλυναν τις απολύσεις, επέβαλαν νέους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας με την καθιέρωση του Προσωπικού Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας κατά την απεργία, νομοθέτησαν την προστασία των απεργοσπαστών, αποδυνάμωσαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω της «ατομικής συμφωνίας» εργαζομένου-εργοδότη, υπονόμευσαν την αντιπροσωπευτικότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατάργησαν τη ρύθμιση για επαναπρόσληψη σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, αντικαθιστώντας τη με πρόσθετη αποζημίωση.
Επιπλέον, ποινικοποίησαν την απεργιακή περιφρούρηση και την κατάληψη εργασιακών χώρων (6μηνη φυλάκιση και πρόστιμο 5.000 ευρώ), μείωσαν τα μέλη των συνδικαλιστικών οργάνων που προστατεύονται από απόλυση, επέβαλαν την υποχρεωτική καταγραφή των σωματείων στο ΓΕΜΗΣΟΕ (δηλαδή την παράδοση των μελών τους στον κρατικό μηχανισμό) και καθιέρωσαν την υποχρεωτική ύπαρξη ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στις εκλογές των σωματείων. Ακόμη, θέσπισαν την 6ήμερη εργασία για τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις «συνεχούς λειτουργίας με σύστημα εναλλασσόμενων βαρδιών».
Μέσω της ψηφιακής κάρτας εργασίας σε μια σειρά κλάδους, επέκτειναν κατά μία ή και μιάμιση ώρα το ωράριο στη βιομηχανία, επιχειρώντας να υπονομεύσουν περισσότερο το 8ωρο. Έδωσαν τη δυνατότητα στους εργοδότες να μην τηρούν κάποιο εκ των προτέρων συμφωνημένο ωράριο, αλλά κάθε μήνα ή εβδομάδα ακόμη και ημέρα να δηλώνουν διαφορετικό. Θέσπισαν τη δυνατότητα δεύτερης (πολλαπλής) απασχόλησης σε διαφορετικό εργοδότη με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως (8 και 4) και θα υπάρχει διάστημα ανάπαυσης 11 ωρών μέσα στην ημέρα.
Κατάργησαν, έτσι, στο πλαίσιο της «διευθέτησης του χρόνου εργασίας» το εβδομαδιαίο 40ωρο. Επέκτειναν τις «συμβάσεις ανεξάρτητης υπηρεσίας» σε διάφορους κλάδους, όπως οι ταχυμεταφορές, μετατρέποντας εργαζομένους με εξαρτημένη σχέση εργασίας σε «αυτοαπασχολούμενους». Με τον πρόσφατο νόμο Κεραμέως αυξήθηκε το όριο των επιτρεπόμενων υπερωριών, καθιστώντας δυνατή τη 13ωρη εργασία σε έναν εργοδότη (με διευθυντικό δικαίωμα), ενώ θεσπίστηκε η δυνατότητα πραγματοποίησης υπερωριών στη μερική και την εκ περιτροπής εργασία. Άλλαξε η νομοθεσία για τις άδειες, έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις «ανάγκες» της επιχείρησης και στις επιθυμίες του εργοδότη.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από την υποβάθμιση της λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), μέσω του περιορισμού των αρμοδιοτήτων του και της μειωμένης δυνατότητας παρέμβασης σε σοβαρές παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Στην πράξη, οι όποιοι μηχανισμοί ελέγχου της εργοδοτικής παραβατικότητας (ακόμη και αυτού του «εργατικού δικαίου» όπως εκείνοι το εννοούν) έχουν απενεργοποιηθεί, με εξαίρεση την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και περιορισμένους ελέγχους, για τα μάτια του κόσμου, κατά την τουριστική περίοδο, γεγονός που αποτελεί καθαρή πολιτική επιλογή στήριξης της επιχειρηματικής ασυδοσίας.
Ο νόμος για την «Κοινωνική Συμφωνία» συνεχίζει να παρέχει τη δυνατότητα στην εκάστοτε κυβέρνηση να διαμορφώνει τον κατώτατο βασικό μισθό με βάση τις απαιτήσεις των εργοδοτών, ενώ διατηρεί όλα τα νομικά εμπόδια στην επέκταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα μιας κλαδικής ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Διατηρεί την υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ, προκειμένου να έχουν δικαίωμα να αιτούνται την επέκταση κλαδικής ΣΣΕ. Επίσης, διατηρεί την υποχρέωση τεκμηρίωσης ότι η κλαδική ΣΣΕ δεν πρέπει να θίγει την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, δηλαδή την κερδοφορία του. Τελικά εξακολουθεί να στερεί τη δυνατότητα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Ο νόμος αναβαθμίζει τον ρόλο της ΓΣΕΕ, αφού της δίνει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στις κλαδικές ΣΣΕ σε μια από τις πιο σημαντικές και κρίσιμες λειτουργίες τους, στη διαμόρφωση και στη σύναψή τους, επιτρέποντας την επέκταση της υποχρεωτικότητας μιας ΣΣΕ μόνο υπό τον όρο να υπογραφεί από τη ΓΣΕΕ και τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η κατάσταση στον «στενό» και στον «ευρύτερο» δημόσιο τομέα έχει αλλάξει δραματικά. Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των λεγόμενων ΔΕΚΟ, από τη δεκαετία του 1990, άλλαξε ραγδαία και τις εργασιακές σχέσεις στον συγκεκριμένο χώρο. Εδώ και χρόνια, τομείς της «δημόσιας δραστηριότητας» εκχωρούνται στο ιδιωτικό κεφάλαιο (έργα που ανατίθενται σε εργολάβους, στους οποίους οι εργαζόμενοι εργάζονται με τελείως διαφορετικούς όρους από εκείνους που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό του δημόσιου τομέα). Η ανακύκλωση της ανεργίας επιβάλλεται ως δόγμα, μέσω της προώθησης επιδοτούμενων προγραμμάτων της ΕΕ (ΕΣΠΑ, προγράμματα μακροχρόνιας ανεργίας, voucher, Tαμείο Aνάκαμψης κ.λπ.). Ενισχύεται η κακοπληρωμένη και χωρίς δικαιώματα ελαστική εργασία –ακόμη και με 3μηνες συμβάσεις– για τους τομείς κερδοφορίας, όπως ο τουρισμός, με προγράμματα κατάρτισης και δεξιοτήτων (πράσινης ανάπτυξης, ψηφιακού ‒ οικονομικού εγγραματισμού, τουρισμού, μαθητείας) σύμφωνα κάθε φορά με τις απαιτήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων και του ΣΕΒ.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι διάφορες μορφές Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Από το 2012, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ πουλήθηκαν σε ιδιώτες δημόσια περιουσιακά στοιχεία αξίας σχεδόν 15,7 δισ. ευρώ. Τέλος, το ίδιο το Δημόσιο αλλάζει δομή και αξιοποιεί ένα ολόκληρο θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία. Είναι χαρακτηριστική η αθρόα δημιουργία εταιρειών του Δημοσίου εκεί όπου πριν υπήρχαν «δημόσιες επιχειρήσεις» (δημοτικές επιχειρήσεις, φορείς υλοποίησης μεγάλων έργων, όπως η ΕΡΓΟΣΕ, ο ΠΑΘΕ κ.λπ.) και η αξιοποίηση ευέλικτων εργασιακών σχέσεων πρώτα απ’ όλα στις επιχειρήσεις του Δημοσίου. Ταυτόχρονα, εντείνεται η λειτουργία δημόσιων φορέων με αγοραία, ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στη βάση της λογικής κόστους-οφέλους.
Η επίθεση στο Δημόσιο προχώρησε με το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων (ΔΥ), το οποίο ψηφίστηκε το 2025 από τη ΝΔ, ενώ σειρά αντιδραστικών άρθρων ψήφισαν και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ. Με αυτό καταργείται η συμμετοχή των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων στα Πειθαρχικά Συμβούλια και προβλέπεται αποκλειστική σύνθεσή τους με μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καταργείται η δυνατότητα άσκησης ένστασης κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων, εισάγονται διατάξεις προληπτικού χαρακτήρα και καταστολής που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη δίωξη εργαζομένων οι οποίοι συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις ή ασκούν δημόσια κριτική, προστίθενται νέα αδικήματα για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης-απόλυσης, αυστηροποιούνται οι ποινές, ενώ προβλέπεται ότι η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση συνιστά πλέον διακριτό πειθαρχικό παράπτωμα.
Ειδικά η αξιολόγηση αποτελεί βασικό πυρήνα όλων των αναδιαρθρώσεων και των νομοσχεδίων. Συνιστά έναν οικονομικό, κατανεμητικό και ιδεολογικό μοχλό αναπαραγωγής και εδραίωσης βασικών λειτουργιών της αστικής πολιτικής και της εξουσίας του κεφαλαίου, άνισου καταμερισμού εργασίας, υπονόμευσης δικαιωμάτων και επιλογής συγκεκριμένου μοντέλου εργαζομένων, υποταγής στην κατίσχυση της ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας στο Δημόσιο και δημιουργίας νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Αποτελεί εργαλείο μέτρησης της αποτελεσματικότητας-αποδοτικότητας, κατηγοριοποίησης και ανοίγματος ολόκληρων κλάδων και υπηρεσιών του Δημοσίου στην αγορά. Εργαλείο κανιβαλισμού των εργαζομένων, απολύσεων, πελατειακού κράτους, ιεραρχίας, διαφοροποιημένων συνθηκών εργασίας και μισθών.
Πακτωλός χρημάτων από ευρωπαϊκά προγράμματα διοχετεύονται για ψηφιακά ερωτηματολόγια, ψηφιοποίηση της αξιολόγησης και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στο όνομα του επιτελικού κράτους, δημιουργώντας μια δυστοπική πραγματικότητα, με τους εργαζομένους σε διαρκή απειλή και εκφοβισμό. Μαζί με την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης της κυβέρνησης της ΝΔ, τη θεσμοθέτηση της αξιολόγησης και της άρσης μονιμότητας στο Δημόσιο, επιδιώκεται να κλείσει κάθε εκκρεμότητα που προσκρούει στο εργατικό κίνημα και στο απεργιακό δικαίωμα.
Τέλος, η περίοδος της πανδημίας αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση και το κεφάλαιο για την επιτάχυνση των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε όλα τα επίπεδα, για να επισπευστεί η προώθηση των αντεργατικών μεταρρυθμίσεων, να μονιμοποιηθεί η κατάσταση του λεγόμενου κράτους «έκτακτης ανάγκης» με ένταση της κατασταλτικής του λειτουργίας, του ελέγχου και της επιτήρησης, για να ηγεμονεύσει στην κοινωνία η ιδεολογία της «ατομικής ευθύνης». Έγινε ευκαιρία για να αποσαθρώσουν περαιτέρω το δημόσιο σύστημα υγείας και να ανοίξουν ακόμα πιο διάπλατα τον δρόμο για την κυριαρχία του κεφαλαίου στον τομέα της υγείας. Ακόμα εμφανίστηκαν, παγιώθηκαν και εντάθηκαν μια σειρά εξ αποστάσεως δραστηριότητες στην καθημερινή ζωή. Από την τηλεργασία και την τηλεκπαίδευση έως την εκτόξευση του ηλεκτρονικού εμπορίου και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και του τραπεζικού συστήματος.
3. Η εργατική τάξη στον σύγχρονο καπιταλισμό
3.1 Η θεωρητική προσέγγιση της εργατικής τάξης
3.1.1 Η εργατική τάξη διαμορφώνεται και υπάρχει ως η άλλη πλευρά του δίπολου κεφάλαιο-εργασία. Διαμορφώνεται πάνω στο θεμελιακό, το ειδοποιό χαρακτηριστικό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: την εκμετάλλευση της απλήρωτης δουλειάς, την απόσπαση υπεραξίας, την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Από εδώ προκύπτουν δύο συμπεράσματα: πρώτον, ότι η εργατική τάξη και η πάλη της σχετίζονται με τον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος και, δεύτερον, ότι υπάρχει και διαμορφώνεται ως τάξη-αντίπαλος της αστικής, της άλλης κοινωνικής ομάδας που συνδέεται με τον πυρήνα του συστήματος.
Η εργατική τάξη είναι η κοινωνική τάξη η οποία κυρίως υφίσταται τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης, και γι’ αυτό έχει ανάγκη και συμφέρον να απαλλαγεί από τα δεσμά της αστικής κοινωνίας και να οικοδομήσει μια ριζικά διαφορετική απελευθερωτική κοινωνία χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και διακρίσεις, εντός της οποίας θα ζήσει μια καλύτερη ζωή σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των φύλων και των λαών, τη μόρφωση και τον πολιτισμό, τη σχέση ανθρώπου-φύσης, την ειρήνη και τις ελευθερίες. Είναι, επίσης, η κοινωνική τάξη που έχει τη δυνατότητα, τις υλικές-κοινωνικές και ευρύτερα πολιτισμικές προϋποθέσεις να οικοδομήσει μια τέτοια κοινωνία, καθώς αποτελεί τη βασική παραγωγική δύναμη που παράγει τον υλικό και τον πνευματικό πλούτο στη σημερινή κοινωνία.
Επιπλέον, καθώς συνδέεται με τη θεμελιακή αντίθεση του καπιταλισμού ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής του υλικού και του πνευματικού πλούτου και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής του –η οποία σήμερα οξύνεται πρωτόγνωρα–, μπορεί να ενώσει στην πάλη για την κοινωνική χειραφέτηση και τα άλλα καταπιεζόμενα-εκμεταλλευόμενα στρώματα, ώστε, απελευθερώνοντας τον εαυτό της, να απελευθερώσει και αυτά. Παράλληλα, καταργώντας τη σχέση εκμετάλλευσης, να ανοίξει –μαζί με τις σύμμαχές της δυνάμεις και κινήματα– τον δρόμο και για την άρση-κατάργηση όλων των διακρίσεων και των μορφών καταπίεσης με βάση το φύλο, τη φυλή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το θρήσκευμα κ.λπ. Η εργατική τάξη, επομένως, είναι η κύρια και καθοριστική συνιστώσα του κοινωνικού υποκειμένου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, της επανάστασης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.
3.1.2 Η εργατική τάξη διαμορφώνεται σε δυναμική εξέλιξη στον καπιταλισμό ως «τάξη καθαυτή», δηλαδή με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τη σχέση των εργατών/τριών με τα μέσα παραγωγής (δεν έχουν στην κατοχή τους), τον ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας (διευθυνόμενοι), τον τρόπο απόκτησης και το ύψος του μισθού (που αποτελεί μικρό μόνο μέρος του παραγόμενου από τους ίδιους κοινωνικού πλούτου) και τη συνολική θέση τους στην κοινωνία (εκμεταλλευόμενοι). Η συνειδητοποίηση από μεριάς τους ότι αποτελούν ιδιαίτερη τάξη μέσα στον καπιταλισμό με αυτοτελή ταξικά συμφέροντα, καθολικά αντίθετα από εκείνα της αστικής τάξης, η κατανόηση του ρόλου τους στην κοινωνική εξέλιξη και η πολιτική πάλη για να υπερασπιστούν τα συλλογικά τους συμφέρονται και να στρατευτούν στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση διαμορφώνουν την εργατική τάξη σε «τάξη για τον εαυτό της».
Με άλλα λόγια, η εργατική τάξη συγκροτείται ως «τάξη για τον εαυτό της» όταν αποκτήσει συνείδηση των ενιαίων συμφερόντων της (που βρίσκονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος), διεκδικήσει τη μείωση της εκμετάλλευσης και αγωνιστεί για την κατάργησή της και την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, δράσει με όρους τακτικής αλλά και στρατηγικής, κινήματος αλλά και πολιτικής-ιδεολογίας για την προσέγγιση αλλά και την πραγματοποίηση της επανάστασης, την απελευθέρωση όλης της κοινωνίας από τα εκμεταλλευτικά δεσμά και την κομμουνιστική χειραφέτηση.
Ο ρόλος της εργατικής τάξης ως βασικού υποκειμένου στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση απορρέει από στοιχεία της πραγματικότητας που τη χαρακτηρίζουν αντικειμενικά ή υπάρχουν εν δυνάμει και αφορούν την προαναφερθείσα κεντρική θέση της στην παραγωγή και στο σύστημα εκμετάλλευσης, το αριθμητικό της μέγεθος, το ότι η ουσιαστική βελτίωση της θέσης της μπορεί να έρθει μόνο με ανατροπή του καπιταλισμού, την εν δυνάμει ικανότητά της να οικοδομήσει συμμαχία-«ιστορικό μπλοκ» στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση με τα ενδιάμεσα στρώματα και τα κινήματα που αντιπαλεύουν μορφές καταπίεσης, εκμετάλλευσης και διακρίσεων. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν αποδοχή απλουστευτικών, και εντέλει αποπροσανατολιστικών, θεωρήσεων για μηχανιστικά και ντετερμινιστικά θεμελιωμένη a priori «ιστορική αποστολή» της και «νομοτέλειες», ούτε αναιρούν την ανάγκη κριτικής αντιμετώπισης οπισθοδρομικών αντιλήψεων/φαινομένων που μπορεί να εμφανίζονται στις γραμμές της.
3.1.3 Η εργατική τάξη στον καπιταλισμό αναπτύσσεται σε αντίθεση αλλά και εξάρτηση από τον ιστορικό της αντίπαλο. Επιβιώνει πουλώντας «ελεύθερα», «οικειοθελώς» την εργατική της δύναμη στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, μέσα στην τάξη και σε κάθε εργάτη/τρια συνυπάρχουν οι τάσεις χειραφέτησης/απελευθέρωσης μαζί με εκείνες της υποταγής/συνδιαλλαγής, σε ενότητα και αντιπαράθεση. Το ποιες τάσεις επικρατούν κάθε φορά επηρεάζεται από την παρέμβαση των φορέων τόσο της αστικής όσο και της εργατικής πολιτικής, και επηρεάζει με τη σειρά του τη στάση της εργατικής τάξης στους καθημερινούς αγώνες και στην πολιτική πάλη· επηρεάζει, επίσης, το αξιακό-πολιτισμικό της πλαίσιο και τις καθημερινές σχέσεις της εκτός παραγωγής.
Η διπλή «φύση» της εργατικής τάξης εκφράζει την ενότητα και τη διαπάλη ανάμεσα στη διεκδίκηση της «εμπορευματικής» αξίας και στη «διεκδίκηση» της υπεραξίας, του αναγκαίου και του πρόσθετου χρόνου εργασίας. Ο εργάτης ταλαντεύεται καθημερινά και ιστορικά ανάμεσα στο γονάτισμα και την αντίσταση, το «γλείψιμο» και την περηφάνια, το προσκύνημα και την εξέγερση και, τελικά, ανάμεσα στη βελτίωση των όρων ζωής του ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της θέσης του «δικού του αφεντικού» και του «δικού του κράτους» ή ως αποτέλεσμα της ανατροπής τους. Συνεπώς, όταν η εργατική τάξη αρχίζει να συγκρούεται και να απελευθερώνεται από το κεφάλαιο αρχίζει να απελευθερώνεται και από τον ίδιο της τον εαυτό – από την πλευρά του εαυτού της που την καθηλώνει στα όρια του συστήματος.
Το καθήκον της κομμουνιστικής πρωτοπορίας δεν έγκειται φυσικά στην απλή καταγραφή αυτών των τάσεων, αλλά στη συγκέντρωση της προσοχής και της δράσης της ώστε να πάρει προβάδισμα η τάση της ανατροπής και της χειραφέτησης και να ηττηθούν οι λογικές της υποταγής και της ενσωμάτωσης.
Στον οικονομικό-διεκδικητικό αγώνα, η τάση χειραφέτησης διεκδικεί αποτροπή του κινδύνου επιδείνωσης της θέσης της εργατικής τάξης ειδικά στις σημερινές συνθήκες του βάρβαρου κοινωνικού πολέμου, μείωση του ποσοστού εκμετάλλευσης, ουσιαστική και σταθερή βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης, ρήξεις στην αστική πολιτική. Η τάση της εξάρτησης-υποταγής συνδέει τη βελτίωση της εργατικής θέσης με την πορεία του εργοδότη, του κλάδου, της «εθνικής οικονομίας», την ανταγωνιστικότητα-παραγωγικότητα, τη σύγκλιση με την EE, εν ολίγοις με τη συνδιαλλαγή με το αστικό καθεστώς. Στις σημερινές συνθήκες αυτή η τάση παζαρεύει τους ρυθμούς, την έκταση και τις μορφές επιδείνωσης της θέσης της εργατικής τάξης. Στον πολιτικό αγώνα, η πρώτη τάση εκδηλώνεται ως επαναστατική πολιτική πάλη για αντικαπιταλιστικές ρήξεις, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κομμουνιστική απελευθέρωση, ενώ η δεύτερη ως ρεφορμισμός κάθε είδους, συνδιαχείριση, «κοινωνικά συμβόλαια» και συχνά ως παραλλαγή κυρίαρχης αστικής πολιτικής, αποστράτευση, διάλυση.
3.1.4 Για να προσδιορίσουμε ποιοι εντάσσονται στη σύγχρονη εργατική τάξη αξιοποιούμε τα μαρξικά και λενινιστικά κριτήρια. Σύμφωνα με αυτά, στην εργατική τάξη εντάσσονται όσοι δεν κατέχουν μέσα παραγωγής∙ για να ζήσουν είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη και ως πηγή εισοδήματός τους (κατά το συντριπτικό μέρος) έχουν τη μισθωτή εργασία∙ δεν έχουν υψηλό επίπεδο αμοιβής∙ δεν έχουν διευθυντική θέση ή κατασταλτικό ρόλο στο καπιταλιστικό σύστημα. Προφανώς τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να χρησιμοποιούνται όχι μηχανιστικά, αλλά με τρόπο ο οποίος παίρνει υπόψη τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί από τα μέσα του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα στο περιεχόμενο και στην οργάνωση της εργασίας, στη σχέση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, στις δεξιότητες της εργατικής δύναμης την οποία εκμεταλλεύεται ο εργοδότης κ.λπ.
Η σημερινή εργατική τάξη στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, έχει σύνθετα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν εργαζόμενοι που δουλεύουν σε βιομηχανικές μονάδες της πρωτογενούς παραγωγής ή της μεταποίησης, αλλά και στις λεγόμενες «υπηρεσίες», οι οποίες αυξάνουν το ειδικό τους βάρος, και μάλιστα ορισμένοι κλάδοι τους αποτελούν σύγχρονους τύπους βιομηχανιών. Εργαζόμενοι που κάνουν κατά βάση ή καθαρά χειρωνακτική εργασία, αλλά και διευρυνόμενα τμήματα «πνευματικού» προλεταριάτου. Εργαζόμενοι σε ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και στο Δημόσιο. Εργαζόμενοι σε εταιρείες οι οποίες απασχολούν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά και ‒κυρίως‒ εργαζόμενοι που απασχολούνται σε μικρές και μεσαίες. Εργαζόμενοι που παράγουν άμεσα υπεραξία, αλλά και άλλοι που εργάζονται στον κύκλο πραγμάτωσής της, βοηθώντας το κεφάλαιο-εργοδότη να αυτοαξιοποιηθεί και να αποσπάσει τμήμα της υπεραξίας που παράγεται αλλού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα τμήματα των εργαζομένων παίζουν ή έχουν τη δυνατότητα να παίξουν τον ίδιο ρόλο στον άμεσο οικονομικό και πολιτικό αγώνα, αλλά και στον συνολικό επαναστατικό αγώνα. Η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε με έναν απλό, έστω εμπειρικό, τρόπο πως υπάρχουν πάντα ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης που πραγματικά χωρίς αυτά «γρανάζι δεν γυρνά»· αυτά απαρτίζονται κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) από τα λεγόμενα «κατώτερα» τμήματα και πάντως ‒αυτό είναι το κύριο‒ έχουν λιγότερους δεσμούς με την άμεση και έμμεση εξουσία των αφεντικών τους.
Είναι καθήκον της κομμουνιστικής πρωτοπορίας να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα την οργάνωση αυτών των τμημάτων και τη δημιουργία πολιτικών δεσμών μαζί τους, πεδίο που αποτελεί και δείκτη ποιότητας του εργατικού χαρακτήρας της. Φυσικά, την ίδια στιγμή, η παρέμβασή μας απευθύνεται στο σύνολο των εργαζομένων, ενώ απορρίπτουμε θεωρητικές προσεγγίσεις, που, στο όνομα μιας δήθεν «καθαρότητας», δεν εντάσσουν στην εργατική τάξη μεγάλα τμήματα των εργαζομένων, αναπαράγοντας τον κατακερματισμό της, για να δικαιολογήσουν τελικά τις θεωρίες περί εξαφάνισης ή μεγάλης απομείωσης της εργατικής τάξης και του ρόλου της.
Με οδηγό αυτά τα κριτήρια προσεγγίζουμε και ανιχνεύουμε και τα στοιχεία των επίσημων στατιστικών.
3.2 Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (βλ. Παράρτημα 1)
3.2.1 Στα τέλη του 2024 καταγράφηκαν 4.278.700 απασχολούμενοι και 480.000 άνεργοι (στο μητρώο της ΔΥΠΑ για τον Ιούλιο του 2025 ήταν εγγεγραμμένα 795.588 άτομα). Το ποσοστό απασχόλησης για άτομα ηλικίας 15-65 ετών ήταν περίπου 63,3%, έναντι 75,8% του μέσου όρου της ΕΕ.
Το 2024 καταγράφονται 2.963.000 εργαζόμενοι με μισθωτή σχέση εργασίας (το 2019 ήταν 2.303.109), 846.300 αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό, 314.200 εργοδότες και 152.800 βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Τα στοιχεία του ΕΦΚΑ για το τέλος του 2024 αναφέρουν 2.585.219 μισθωτούς στον ιδιωτικό τομέα. Στο (σχετικά υψηλό) ποσοστό αυτοαπασχολούμενων εμπεριέχεται ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων που αμείβεται με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (μπλοκάκι), οι οποίοι παρέχουν μόνιμα εξαρτημένη εργασία.
3.2.2 Με βάση τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας, στον πρωτογενή τομέα εργάζονταν 454.500 εργαζόμενοι (10,6%), στη μεταποίηση και στις κατασκευές 706.400 (16,5%), στον ευρύ κλάδο των υπηρεσιών 1.935.500 (45,2%) και στη δημόσια διοίκηση και στις κοινωνικές υπηρεσίες 1.182.200 (27,6%).
Με βάση την κλαδική διάρθρωση, στο εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολούνται πάνω από 700.000 μισθωτοί (το 22-24% του συνόλου των εργαζομένων). Εξίσου μεγάλος είναι και ο αριθμός των εργαζομένων στις υπηρεσίες εστίασης και στα τουριστικά καταλύματα: προσεγγίζει τις 700.000, αν και υπάρχει σημαντική εποχικότητα. Ακολουθούν οι τομείς της μεταποίησης (11,3%) και των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (8,3%). Το μέγεθος της μεταποίησης αυξάνεται, αν προσθέσουμε σ’ αυτήν την παραγωγή και διανομή ενέργειας, την παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων και διαχείριση αποβλήτων και τα ορυχεία και λατομεία. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη μεταποίηση (4,5%) έχει η βιομηχανία τροφίμων με 110.000 εργαζομένους και ακολουθούν η ενέργεια, το μέταλλο, τα χημικά προϊόντα και τα φάρμακα.
Στις κατασκευές απασχολούνται περίπου 170.000 εργαζόμενοι (5,1%), εκ των οποίων το 33% είναι μετανάστες. Σημαντικοί κλάδοι από πλευράς απασχόλησης είναι επίσης η εκπαίδευση (δημόσια και ιδιωτική), οι υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (δημόσιες και ιδιωτικές), ενώ ανοδικές τάσεις εμφανίζουν οι υπηρεσίες αποθήκευσης και μεταφορών, καθώς και ο κλάδος τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Το ποσοστό σε καθέναν από αυτούς τους κλάδους κυμαίνεται στο 5%.
3.2.3 Σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (2024), το 15,51% (390.925) των εργαζομένων δουλεύει σε 216.446 επιχειρήσεις που απασχολούν 1-4 εργαζομένους, το 11,31% (284.992) σε 43.787 επιχειρήσεις με 5-9 εργαζομένους, το 26,71% (673.000) σε 35.414 επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους, το 18,13% (456.727) σε 4.582 επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους και το 28,34% (714.081) εργάζεται σε 885 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Στο σύστημα καταγράφονται 150 επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 1.000 εργαζομένους. Φαίνεται ότι περίπου το 46% των εργαζομένων δουλεύει σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 εργαζομένους, ενώ αρκετές από τις μικρές επιχειρήσεις ανήκουν σε κοινό ιδιοκτήτη.
3.2.4 Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των μισθών και της διαβίωσης: Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια ευημερία, η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις 35 χώρες, μετά το Μεξικό και την Κολομβία, πολύ κοντά στη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Το 42,6% των νοικοκυριών χρωστάει (δόση δανείου, εισφορές, λογαριασμούς κ.λπ.), ποσοστό που αποτελεί θλιβερή πρωτιά σε όλη την ΕΕ με δεύτερη ‒πολύ πίσω‒ τη Βουλγαρία (18,7%). Ο μέσος μισθός είναι 940 ευρώ (1.080 κατά την κυβέρνηση), χαμηλότερος από το επίπεδο του 2010 ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, πόσο μάλλον σε πραγματικές (αποπληθωρισμένες). Το 86,6% των φορολογούμενων φυσικών προσώπων έχει ετήσιο εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ.
Αξίζει επίσης να επισημάνουμε και ορισμένους παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωή των εργαζομένων και των ανέργων, όπως τα έσοδα από άλλες πηγές πέρα από την κύρια εργασία (ενοίκια, αγροτικά εισοδήματα, αυτοαπασχόληση ως δεύτερη δουλειά, οικογενειακό δίκτυο στήριξης κ.ά.).
Σε κάθε περίπτωση, το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ φτωχών και πλουσίων δεν έχει προηγούμενο. Εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν ή βρίσκονται ήδη στο περιθώριο. Η απάντηση των θεσμών του κεφαλαίου είναι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (γι’ αυτό και η συζήτηση στην ΕΕ για επαρκείς κατώτατους μισθούς). Στόχος τους είναι η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, μέσα από τη διατήρηση αυτών των πληθυσμών σε μια κατάσταση «οριακής ενεργοποίησης». Παρεμφερής είναι και η λογική των προγραμμάτων «επιδότησης» των ανέργων ή, όπως συχνά αναφέρεται σε διεθνής οργανισμούς, «επιδότησης της εργασίας».
Η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για «επαρκείς κατώτατους μισθούς», όπως κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται, η οποία υποτίθεται ότι υλοποιήθηκε με τον πρόσφατο νόμο Κεραμέως, παρακάμπτει τα συνδικάτα και τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να καθορίζει τον μισθό με τη χρήση αλγόριθμων που υπολογίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
3.2.5 Ειδικά σε ό,τι αφορά τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα, τα πράγματα έχουν αλλάξει μετά τα τρία μνημόνια, που είχαν ως βασικό στόχο τη μείωση του αριθμού τους (αλλά και τις ιδιωτικοποιήσεις και τη γενίκευση των ΣΔΙΤ). Οι μισθωτοί που απασχολούνται στον δημόσιο τομέα φτάνουν περίπου στο 16% του συνόλου, κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ.
Το 2023, το σύνολο του τακτικού προσωπικού ήταν περίπου 568.000 άτομα, τα οποία κατανέμονταν ως εξής: 172.000 εκπαιδευτικοί και 10.000 ιερείς στο Υπουργείο Παιδείας, 71.500 άτομα στο Υπουργείο Υγείας, 84.500 άτομα στους ΟΤΑ, 86.700 στο Υπουργείο Άμυνας και 60.700 στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Το μη τακτικό προσωπικό φτάνει τις 160.000, ενώ το προσωπικό των ΝΠΙΔ τις 51.000. Σημαντικό τμήμα τους αποτελεί τον κρατικό μηχανισμό που προασπίζεται και επιβάλλει τα συμφέροντα της αστικής τάξης (ανώτερα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας, δικαστές, αστυνομία και στρατιωτικοί), ενώ ορισμένοι ανήκουν στην αστική τάξη.
3.2.6 Συνεπώς, η σύγχρονη εργατική τάξη είναι το μεγαλύτερο τμήμα των 2.963.000 μισθωτών. Από τις τάξεις της εξαιρούνται όσοι ασκούν διευθυντική λειτουργία, όσοι έχουν μεγάλες αμοιβές και άλλες ιδιαιτερότητες που αφορούν την οικονομική τους κατάσταση ή δουλεύουν στα σώματα ασφαλείας και ως ιερείς. Συγκροτείται από το μεγαλύτερο τμήμα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, των εργαζομένων στο Δημόσιο, των συμβασιούχων του Δημοσίου και μεγάλο μέρος όσων εργάζονται σε ΝΠΙΔ (αφού αφαιρέσουμε τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, τους μόνιμους στρατιωτικούς και τους ιερείς).
Ταυτόχρονα, στη σύγχρονη εργατική τάξη χρειάζεται να συνυπολογίσουμε ένα τμήμα των εργαζομένων της αδήλωτης εργασίας, οι οποίοι δεν καταγράφονται στις έρευνες εργατικού δυναμικού, ένα τμήμα όσων καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι αλλά έχουν εξαρτημένη σχέση εργασίας και πάνω από το 60% των ανέργων.
3.3 Ποιοτικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργατικής τάξης
3.3.1 Η σχετικά ομογενοποιημένη και συγκεντρωμένη εργατική τάξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της αλυσίδας της μαζικής τυποποιημένης παραγωγής έχει δώσει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της στην πολυδιασπασμένη, κατακερματισμένη και εξατομικευμένη εργατική τάξη του σημερινού καπιταλισμού των πολυεθνικών πολυκλαδικών δικτύων και των ευέλικτων και συνδυασμένων γραμμών παραγωγής και εργασιακών σχέσεων.
Η ελεγχόμενη από μια άκαμπτη-καθετοποιημένη ιεραρχία εργατική τάξη, η οποία κινούνταν με τον ρυθμό της μηχανής, σήμερα πειθαναγκάζεται-πειθαρχείται πιο «ρευστά» –ίσως και πιο αόρατα– αλλά πολύ πιο οργανικά κι αποτελεσματικά από τον ρυθμό της πληροφορίας και το λογισμικό που χρησιμοποιεί (και τα δύο ελεγχόμενα από την εργοδοσία), που δεσμεύουν όχι μόνο τα χέρια της, αλλά και το μυαλό της (ενίοτε και πέραν του συμβατικού ωραρίου εργασίας). Η έννοια του κοινού συμφέροντος ‒το οποίο είναι η βάση της συλλογικής στάσης και διεκδίκησης‒ συνδεόταν πάντα με την ύπαρξη συνολικών χειραφετητικών προταγμάτων σε επίπεδο προοπτικής και πολιτικής πρακτικής.
Η υποχώρηση αυτής της προοπτικής και πρακτικής, η πολιτική και ιδεολογική ήττα του εργατικού κινήματος και οι συνέπειές της, το κυνήγι των ατομικών ευκαιριών, η αποθέωση του ανταγωνισμού, ο συντεχνιακός κατακερματισμός και η κυριαρχία του στενού και άμεσου συμφέροντος που προωθεί εδώ και δεκαετίες η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχουν υπονομεύσει την έννοια του κοινού ταξικού συμφέροντος.
Συχνά παρατηρείται ότι η ανεργία, η οποία σε περιόδους ύφεσης ή κρίσης αυξάνεται, δεν μειώνεται δραστικά ή τουλάχιστον σε αντιστοιχία με τους αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης σε επόμενες περιόδους. Αυτό οφείλεται –πέρα από την εντατικοποίηση της εργασίας– και στη συνεχή υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας από τη νεκρή.
Προκύπτει και από αυτό το στοιχείο, ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να διεκδικήσει κανένα καλύτερο μέλλον εγκλωβισμένο στον ορίζοντα της «καπιταλιστικής ανάπτυξης». Το ίδιο καταδεικνύει, ειδικά στην Ελλάδα, το χαμηλό «ποσοστό απασχόλησης εργατικού δυναμικού (71%, τρίτη θέση από το τέλος στην ΕΕ), ανεξάρτητα από αν καταγράφονται ως άνεργοι όσοι είναι «εκτός απασχόλησης».
Το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της επιστήμης-τεχνικής σήμερα καθιστά την εργασία πιο σύνθετη, ενώ ο διεθνής αλλά και ο εσωτερικός καταμερισμός εργασίας, καθώς και οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, που αναπτύσσονται σε ανώτερη βάση, επιδρούν στους όρους εξασφάλισης της ενότητάς της με αντιφατικό πολλές φορές τρόπο. Ως εκ τούτου, οι προηγούμενες δομές και μορφές συγκρότησης και δράσης του εργατικού κινήματος δεν μπορούν, εκτός των άλλων, να εκφράσουν πάντα με ολοκληρωμένο τρόπο την ανάγκη της εργατικής ενότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες.
3.3.2 Οι αλλαγές που προαναφέρθηκαν (τόσο αυτές που αφορούν την άμεση διαδικασία της παραγωγής όσο κι εκείνες που αφορούν τις εκτός παραγωγής πτυχές) θέτουν σε κίνηση διεργασίες με διπλή κατεύθυνση:
Από τη μια, δημιουργούν νέες δυνατότητες επανασυγκρότησης-ενοποίησης της εργατικής τάξης και συνολικά του κοινωνικού-πολιτικού υποκειμένου της ανατρεπτικής πάλης σε μια διαφορετική –ανώτερη– βάση. Ωστόσο, η επανασυγκρότηση-ενοποίηση της εργατικής τάξης είναι μια δυνατότητα, όχι μια αντικειμενική και νομοτελειακή εξέλιξη. Εξαρτάται, δηλαδή, από την πορεία της ταξικής πάλης και από τη διπλής κατεύθυνσης αλληλεπίδραση της εργατικής πάλης με συλλογικότητες ανώτερης πολιτικής συνείδησης, προοπτικής και δράσης. Συνεπώς, η εργατική τάξη ενοποιείται και συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της μέσα στην ίδια της την πάλη. Έτσι μόνο μπορεί να νοείται και να αναπτύσσεται η τάση χειραφέτησης.
Από την άλλη, δημιουργούν τάσεις αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης ως ενιαίας κοινωνικής δύναμης. Η τάση υποταγής δεν αφορά απλώς τον εργοδοτικό/κυβερνητικό συνδικαλισμό· δεν είναι μια διαδικασία που πηγάζει μόνο από την τρομοκρατία στους τόπους δουλειάς ή έστω από την εξάρτηση των άμεσων εργατικών συμφερόντων από το κεφάλαιο και την καπιταλιστική παραγωγή. Είναι, επίσης, μια σύνθετη διαδικασία, η οποία αφορά τις συγκεκριμένες κάθε φορά μορφές με τις οποίες ο εργάτης εισέρχεται στην παραγωγή σαν «εξάρτημα του παραγωγικού μηχανισμού», τις τάσεις διάσπασης-εξατομίκευσης και τις ιδεολογικές-πολιτικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης.
3.4 Κρίσιμα ζητήματα για την εργατική τάξη στην Ελλάδα
Η εργατική τάξη στην Ελλάδα είναι σήμερα πιο πολυσύνθετη, πιο μορφωμένη, πιο πολυεθνική από τις προηγούμενες γενιές. Ταυτόχρονα, είναι περισσότερο κατακερματισμένη σε ό,τι αφορά τις μορφές αγοραπωλησίας της εργατικής της δύναμης και τους τρόπους και τόπους παροχής εργασίας. Αν πριν από μερικά χρόνια συζητούσαμε για τον χαρακτήρα και τις μελλοντικές επιπτώσεις των νέων εργασιακών σχέσεων, σήμερα οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στην ανάπτυξη της εργατικής πάλης απορρέουν από την εφαρμογή και τη γενίκευσή τους.
3.4.1 Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα απασχολείται ακόμα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης (βλ. Παράρτημα 2), η ευελιξία-ελαστικοποίηση και η αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων αποτελούν βασικά στοιχεία των πολιτικών της κυβέρνησης της ΝΔ (και όλων των αστικών κυβερνήσεων), του κεφαλαίου και της ΕΕ. Μορφές προσωρινής απασχόλησης, μπλοκάκι, part time, εκ περιτροπής εργασία, συμβάσεις έργου, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, υπεργολαβίες και δανεισμός εργαζομένων συγκροτούν ένα πλαίσιο, στον ιδιωτικό αλλά, ολοένα και περισσότερο, και στον δημόσιο τομέα, όπου δεν είναι δεδομένο κανένα εργατικό δικαίωμα.
Στο πλαίσιο αυτό, αυξάνεται η τάση να υπάρχουν διαφορετικοί φορείς-εργοδότες ακόμα και μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο, ακόμα και για το ίδιο είδος εργασίας, ενώ διευρύνεται και η ενοικιαζόμενη εργασία. Παράλληλα, επεκτείνεται η παροχή εργασίας για λογαριασμό μιας επιχείρησης από εργαζομένους που προέρχονται από διαφορετικές χώρες με διαφορετικές εργασιακές σχέσεις.
Οι νέοι εργαζόμενοι αποτελούν τα βασικά θύματα των ελαστικών μορφών εργασίας, καθώς απασχολούνται συχνότερα σε επισφαλείς, χαμηλά αμειβόμενες και προσωρινές θέσεις εργασίας, με περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα και έντονη αβεβαιότητα. Σημαντικό πρόβλημα με την επισφάλεια και τη μαύρη-αδήλωτη εργασία σημειώνεται στους κλάδους όπου απασχολείται ο μεγαλύτερος αριθμός εργαζομένων (εμπόριο, υπηρεσίες, τουρισμός-επισιτισμός, κατασκευές).
3.4.2 Το βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ και του κεφαλαίου σε ό,τι αφορά τις εργατικές αμοιβές είναι η καθήλωσή τους σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στον ιδιωτικό τομέα στα 920 ευρώ μεικτά (772 ευρώ καθαρά), ενώ στον δημόσιο (και χωρίς 13ο και 14ο μισθό) φτάνει για τους εργαζομένους Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) στα 715 ευρώ και για τον πρωτοδιόριστο τα 639 ευρώ. Παράλληλα, ιδίως στα μεσαία εργατικά στρώματα, παρατηρούνται μεγάλες ανισότητες τόσο ως προς το ύψος του μισθού όσο και ως προς τον τρόπο αμοιβής. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων, οι μέσες αποδοχές, ειδικά στις νεότερες γενιές, τείνουν να ομογενοποιούνται σε χαμηλά επίπεδα (π.χ. νέοι γιατροί, μηχανικοί).
Την ίδια στιγμή, η εξάπλωση πρακτικών συνάρτησης μισθού και απόδοσης, αντικατάστασης μεγάλου μέρους του σταθερού μισθού από πριμ παραγωγικότητας και άλλες πολιτικές «παροχών» εξελίσσονται σε εργαλεία διαφοροποίησης των εργαζομένων και ανταγωνισμού μεταξύ τους. Εταιρείες σε αρκετούς κλάδους προσφέρουν ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής καθώς και meal vouchers (διατακτικές-κουπόνια σίτισης) με μέση ετήσια αξία έως και 1.452 ευρώ.
Μεγάλο τμήμα των μισθωτών λαμβάνει μέρος των συμφωνημένων αποδοχών αδήλωτα (μαύρα), ειδικά σε χώρους όπως οι κατασκευές, η εστίαση, το εμπόριο, ο τουρισμός κ.ά. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν καταργεί την ανειδίκευτη, αλλά και ευρύτερα τη μαύρη και ανασφάλιστη εργασία. Την έχει απόλυτη ανάγκη, καθώς η άντληση απόλυτης υπεραξίας είναι συστατικό στοιχείο του, το οποίο συμπληρώνει οργανικά την άντληση σχετικής υπεραξίας στο «καθεστώς» της συνολικής ανάπτυξης της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας.
3.4.3 Τα διαφορετικά ωράρια, από τις συμβάσεις διαθεσιμότητας έως την 6ήμερη εργασία, τις υπερωρίες και την υπέρβαση του 40ωρου, επιδεινώνουν τις συνθήκες εργασίας και συρρικνώνουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2023, το 58,2% των εργαζομένων απασχολούνταν και εκτός τυπικού ωραρίου, σε βάρδιες, απογευματινή, νυχτερινή ή σαββατοκυριακάτικη εργασία. Ο χρόνος εργασίας αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό πεδίο κοινωνικής και εργατικής διεκδίκησης.
3.4.4 Ριζικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις έχει επιφέρει και ο λεγόμενος «καπιταλισμός της πλατφόρμας» (gig economy) που αναπτύσσεται, κατά βάση, μέσω ψηφιακών εταιρειών (Uber, Airbnb, Amazon, Wolt, efood κ.ά.). Ο «καπιταλισμός της πλατφόρμας» αποτελεί σύγχρονη μορφή οργάνωσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που διευρύνει την επισφάλεια, αποδιαρθρώνει τα εργασιακά δικαιώματα και ενισχύει τον ψηφιακό έλεγχο της εργασίας μέσω αλγορίθμων. Συχνά οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε «ανεξάρτητους συνεργάτες» και το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης μεταφέρεται στους ίδιους.
Οι εργαζόμενοι στις πλατφόρμες συνήθως είναι απομονωμένοι από τους συναδέλφους τους, γεγονός που δυσκολεύει την επικοινωνία και καθιστά δύσκολη τη συνδικαλιστική οργάνωσή τους. Παρά τις δυσκολίες, σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, έχουν αναπτυχθεί νέες μορφές αντίστασης και οργάνωσης (π.χ. ψηφιακές πλατφόρμες συντονισμού ή απεργίες με αποσύνδεση από την εφαρμογή), φυσικές διαμαρτυρίες και δημιουργία νέων σωματείων και επιτροπών εργαζομένων.
3.4.5 Η τηλεργασία διευρύνθηκε σημαντικά μετά την πανδημία (βλ. Παράρτημα 3) σε όλες τις μορφές της (κατ’ οίκον, τηλεκέντρα, κινητή εργασία κ.λπ.) και έχει επεκταθεί σε ευρύτερα τμήματα της οικονομίας. Η προσπάθεια πλατιάς εφαρμογής της στις δημόσιες υπηρεσίες την περίοδο της Covid-19 οδήγησε στη μόνιμη εγκαθίδρυση τηλε-δομών για κάθε «έκτακτη συνθήκη» (π.χ. τηλε-σχολείο) ακόμα και σε κλείσιμο αρκετών υπηρεσιών, παραρτημάτων κ.ά.
Η τηλεργασία ως μορφή εργασίας είναι «παγίδα». Παρότι προβάλλεται ως μέσο διευκόλυνσης των εργαζομένων, ουσιαστικά προσαρμόζεται στις ανάγκες των εργοδοτών, καθώς τα όποια οφέλη της δεν τα καρπώνεται η κοινωνική πλειονότητα, αλλά κατ’ ουσίαν το κεφάλαιο. Το σπίτι μετατρέπεται σε χώρο εργασίας, παραβιάζεται και θολώνει ως έννοια στο όνομα της εργασίας. Η συνεχής διαθεσιμότητα, η ψηφιακή παρακολούθηση και η εντατικοποίηση της εργασίας καθιστούν ολοένα πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου, με επιπτώσεις στη σωματική και την ψυχική υγεία των εργαζομένων. Οι εφαρμογές chat, οι κάμερες και τα λογισμικά εργασίας μπορούν να εντατικοποιήσουν, να προτυποποιήσουν, να χρονομετρήσουν, να ελέγξουν την εργασία από το σπίτι με πρωτόγνωρο τρόπο.
Παράλληλα, οι εργοδότες μειώνουν λειτουργικά κόστη, ενώ μέρος των εξόδων μεταφέρεται στους εργαζομένους (παρότι θεσμικά τα έξοδα τηλεργασίας πληρώνονται με 28 ευρώ/μήνα). Παρ’ όλα αυτά εμφανίζεται και η αντίστροφη τάση, δηλαδή ο περιορισμός ή και η πλήρης κατάργησή της από αρκετές επιχειρήσεις, καθώς το νομοθετικό οπλοστάσιο δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα σε τέτοιο βαθμό στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλίζει τη στενή παρακολούθηση και τον διαρκή έλεγχο των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της τηλεργασίας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση της τηλεργασίας στη δυνατότητα συνδικαλιστικής συγκρότησης και συλλογικής αντίστασης-διεκδίκησης, καθώς, χωρίς φυσική προσωπική επαφή μεταξύ συναδέλφων, δυσκολεύει η ανάπτυξη κοινωνικών δεσμών μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση η αλληλεπίδρασή τους, η ανταλλαγή πολιτικών ιδεών/απόψεων και προβληματισμών, η συγκρότηση δεσμών αλληλεγγύης. Την ίδια στιγμή, όμως, αναπτύσσονται νέες μορφές επικοινωνίας, συντονισμού και συλλογικής δράσης μέσω ψηφιακών δικτύων.
Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος των εργαζομένων, μειώνοντας τον χρόνο εργασίας, διευκολύνοντας τον εργαζόμενο να έχει συνολική εποπτεία του αντικειμένου εργασίας και μια δημιουργική εργασία, αυξάνοντας τους μισθούς και συμβάλλοντας στη μείωση της ανεργίας ή στην απαλλαγή από βαριές και ανθυγιεινές εργασίες κ.ά. Ωστόσο, στις σημερινές συνθήκες χρησιμοποιείται κυρίως από το κεφάλαιο ως εργαλείο εντατικοποίησης, ελέγχου και περαιτέρω εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα των νεότερων εργαζομένων.
3.4.6 Η μαζική είσοδος μεταναστών αποτέλεσε μία από τις πιο θεμελιακές αλλαγές στη συγκρότηση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα – αλλά όχι μόνο. Βιομηχανία, κατασκευές, αγροτική παραγωγή, τουρισμός και εστίαση σφραγίστηκαν από την είσοδο των μεταναστών.
Οι επίσημα καταγραμμένοι εργαζόμενοι/ες μετανάστες/στριες στην Ελλάδα το 2024, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ήταν 913.400 υπήκοοι τρίτων χωρών (8,8% του πληθυσμού, έναντι μέσου όρου 6,63% στην ΕΕ την ίδια χρονιά), ενώ 508.499 άτομα προέρχονταν από χώρες εκτός ΕΕ. Μετά την κρίση και τον επαναπατρισμό ή την εγκατάσταση χιλιάδων μεταναστών σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός τους έχει διαφοροποιηθεί. Βέβαια, έχουν προστεθεί χιλιάδες νέοι μετανάστες, πολλοί από τους οποίους εργάζονται άτυπα, χωρίς χαρτιά και δικαιώματα. Γενικά, οι μετανάστες εργάζονται με χαμηλότερες αποδοχές και χειρότερες συνθήκες εργασίας. Ωστόσο, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε συγκεκριμένους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (γεωργία, κατασκευές, τουρισμός) θα φέρνουν νέα κύματα αλλοδαπών εργαζομένων (νομότυπων ή όχι), ενώ υπάρχει και σχετική θεσμική δυνατότητα αιτήσεων από επιχειρήσεις για είσοδο και διαμονή περιορισμένης χρονικής διάρκειας μεταναστών εργατών, ειδικά στον αγροτικό τομέα.
Η υπέρβαση της διάσπασης ανάμεσα στους Έλληνες και στους ξένους εργάτες δεν είναι απλό ζήτημα. Ο ανταγωνισμός υπάρχει και αναπτύσσεται – μάλιστα, είναι εντονότερος στα τμήματα της εργατικής τάξης που βρίσκονται στις χαμηλότερες βαθμίδες του κοινωνικού καταμερισμού. Ο ρατσισμός που αναπτύχθηκε στην ελληνική κοινωνία, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, απέκτησε πολύ συχνά λαϊκά και εργατικά ερείσματα. Ειδική έκφανση του φαινομένου είναι οι αντιθέσεις που αναδύθηκαν μεταξύ διαφορετικών εθνικοτήτων ή θρησκειών. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, μέσα από πολλές δυσκολίες, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Ολοένα και περισσότεροι μετανάστες οργανώνονται και αποκτούν συνδικαλιστικές και πολιτικές εμπειρίες.
Είναι βέβαιο ότι ο ρατσισμός αντιμετωπίζεται κυρίως με την κοινή πάλη Ελλήνων και ξένων εργαζομένων, πρώτα απ’ όλα μέσα στους χώρους δουλειάς, με τη διαμόρφωση κοινών εργατικών συλλογικοτήτων και διεθνιστικής συνείδησης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται το εργατικό κίνημα να διεκδικήσει πλήρη ισότητα δικαιωμάτων για Έλληνες και ξένους εργαζομένους, νομιμοποίηση χωρίς προϋποθέσεις, πλήρη εγγραφή στα συνδικάτα. Παράλληλα, κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η αντιμετώπιση της συνεχούς κρατικής αυθαιρεσίας και βίας απέναντι στους μετανάστες, όπως και η αποφασιστική αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες πρακτικές φασιστικών και ακροδεξιών ομάδων.
3.4.7 Η καλλιέργεια αντιπαράθεσης ανάμεσα στους εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ‒αν και με μικρότερη πλέον σημασία, μετά την ταυτόχρονη καθίζηση των μισθών και στους δύο τομείς και την ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους εργαζομένους στο Δημόσιο και στις πρώην ΔΕΚΟ‒ εξακολουθεί να είναι ενεργή.
Πλέον, βέβαια, οι εργασιακές σχέσεις στο Δημόσιο έχουν αναδιαρθρωθεί σε χειρότερη βάση για τους εργαζομένους. Είναι μεγάλος ο αριθμός των υπαλλήλων που δουλεύουν με διαφόρων μορφών ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, π.χ. με μερική απασχόληση ή μέσω εργολαβικών σκλαβοπάζαρων (leasing). Επίσης, σημειώθηκε σημαντική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, με περικοπές στους μισθούς, στα επιδόματα, στις άδειες, καταστρατήγηση δικαιωμάτων αλλά και άρση της προστασίας από τις απολύσεις των εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου.
Η μη επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο έχει παγιώσει χαμηλές αποδοχές για μεγάλα τμήματα των υπαλλήλων. Ειδικότερα, οι νεότερες γενιές που μετακινούνται (αναπληρώτριες/τές, νεοδιόριστοι/ες) διαβιούν σε πρωτοφανείς συνθήκες – σε μια κατάσταση νομαδικής απελπισίας για την εξασφάλιση ενός μισθού και με διαρκή εναλλαγή εργασίας-ανεργίας μέσα από την εξάπλωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
Ταυτόχρονα, με την προώθηση της συλλογής προσόντων έχει ανοίξει μια τεράστια αγορά πτυχίων και σεμιναρίων, τα οποία κυνηγούν οι νέοι εργαζόμενοι στο Δημόσιο προκειμένου να μαζέψουν μόρια. Τέλος, η προωθούμενη αξιολόγηση και η κατάργηση της μονιμότητας αποσκοπούν στη συντριβή του κινήματος και επιδιώκουν να διαμορφώσουν υπαλλήλους, οι οποίοι, εκτός από το ότι θα αποδέχονται τους εντατικοποιημένους όρους δουλειάς, θα εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τη βούληση της πολιτικής ηγεσίας.
Βέβαια, η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλο τον δημόσιο τομέα. Ο κατακερματισμός και οι διακρίσεις έχουν αυξηθεί. Οι υπηρεσίες που σχετίζονται με τον πυρήνα της προώθησης των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και οι μηχανισμοί που ασχολούνται με επενδύσεις, προωθούν ιδιωτικοποιήσεις ή σχετίζονται με το «βαθύ κράτος» έχουν σχετικά καλύτερες απολαβές για τους εργαζομένους τους. Η κυβέρνηση προωθεί τη λογική των bonus για τους «καλύτερους» υπαλλήλους, αυτούς/ές που εκτελούν υπάκουα εντολές, κυνηγούν στοχοθεσίες και αμείβονται με πριμ παραγωγικότητας.
3.4.8 Η εργασιακή ικανότητα των εργαζομένων περιλαμβάνει το σύνολο των πνευματικών και των χειρωνακτικών ικανοτήτων-δεξιοτήτων τους, οι οποίες εξελίσσονται στον χρόνο και επηρεάζονται από το παραγωγικό και τεχνολογικό-επιστημονικό περιβάλλον. Σε μεγάλο βαθμό, η βαριά χειρωνακτική, η μονότονη, η εκτελεστική εργασία και ο διαχωρισμός πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας παραμένουν παρόντα. Ο εργασιακός καταναγκασμός αφορά λιγότερο την πνευματική εργασία, παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας επεκτείνεται.
Η σύγχρονη εργατική τάξη μπορεί να ανταποκρίνεται ‒πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή‒ στον χαρακτηρισμό των μαρξιστών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα ως «κύριας παραγωγικής δύναμης» και «φλόγας της παραγωγής». Η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ταξικής ανασυγκρότησης και επανεξόρμησης των απελευθερωτικών ιδεών, στη συνειδητοποίηση ότι η εργατική τάξη μπορεί σήμερα ‒περισσότερο από ποτέ‒ να οργανώσει, να διευθύνει και να διαχειριστεί τις τύχες της κοινωνίας συλλογικά, χωρίς καπιταλιστές, προς όφελος του κοινού καλού.
Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που καθιστούν την επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση αντικειμενικές-«υλικές» δυνατότητες. Παράλληλα, η κατανομή με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας συνολικά του κοινωνικού πλούτου τον οποίο η ίδια παράγει με τα χέρια και το μυαλό της είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τον κομμουνισμό πιεστική αναγκαιότητα.
3.4.9 Τα διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα. Παλιοί και «νέοι» συνταξιούχοι έχουν διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού χρόνου και ύψους σύνταξης. Παράλληλα, αυξήθηκε ο χρόνος εργασίας μέχρι τη συνταξιοδότηση, ενώ επιτράπηκε και η εργασία των συνταξιούχων. Οι συντάξεις μειώθηκαν, την ίδια στιγμή που μειώθηκαν και οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών. Ιδιωτικοοικονομικά και ανταποδοτικά κριτήρια έχουν υπεισέλθει στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.
Από το 2010, μέσω των μνημονίων και με στόχο τη δημοσιονομική προσαρμογή, έγιναν σημαντικές αλλαγές: αυξήθηκαν τα όρια ηλικίας (67 έτη ή 62 με 40 χρόνια ασφάλισης), θεσπίστηκε μηχανισμός σύνδεσης των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο· καταργήθηκαν πολλές ευνοϊκές διατάξεις και η 13η και 14η σύνταξη στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα· μειώθηκαν τα ποσοστά αναπλήρωσης.
Το 2022 δημιουργήθηκε το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (TEKA) για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και εθελοντικά για όσους άλλους εργαζομένους το επιθυμούν. Σε αυτό οι εισφορές των εργαζομένων επενδύονται (ατομικοί κουμπαράδες), εισάγοντας κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής ασφάλισης με ατομικούς λογαριασμούς, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής σύνταξης, ώστε να χρηματιστικοποιηθεί η κοινωνική ασφάλιση και να βρουν νέα πεδία δραστηριότητας οι ασφαλιστικές εταιρείες.
3.4.10 Η θέση των γυναικών στην εργασία. Η γενική μείωση της απασχόλησης την περίοδο της κρίσης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τις έμφυλες διακρίσεις, κατηύθυνε τις γυναίκες στη μερική απασχόληση, στην υποαπασχόληση, στην άτυπη και αδήλωτη εργασία, στην αυτοαπασχόληση κατ’ οίκον. Αν και σημειώθηκε σχετική ανάκαμψη της γυναικείας εργασίας, οι γυναίκες εργάζονται με πιο επισφαλείς σχέσεις εργασίας και οι αμοιβές τους συνήθως είναι χαμηλότερες από των ανδρών, ανεξαρτήτως της εργασιακής σχέσης, της θέσης στη δουλειά ή του εκπαιδευτικού επιπέδου, παρά τη θεσμική κατοχύρωση ισότητας αμοιβών και λοιπών εργατικών δικαιωμάτων στην ΕΓΣΣΕ και σε κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις.
Το ενδεχόμενο της μητρότητας επιβαρύνει την αναζήτηση εργασίας και δεν είναι λίγοι οι εργοδότες που ασκούν πιέσεις στις γυναίκες εργαζόμενες να μην κάνουν χρήση των κατοχυρωμένων γονικών αδειών, ενώ δεν λείπουν και οι απολύσεις γυναικών λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, οι οποίες βέβαια εξακολουθούν να είναι παράνομες και καταχρηστικές, αν και πρόσφατες αποφάσεις των ευρωπαϊκών δικαστηρίων βάλλουν και αυτή την, έως τώρα θεσμική, κατοχύρωση.
Η έλλειψη ενός αποτελεσματικού δικτύου κοινωνικής φροντίδας επιβαρύνει τη θέση των γυναικών και πολλές φορές τις αναγκάζει να επιστρέψουν στο σπίτι. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και γυναίκες που δεν αξιοποιούν αυτά τα δικαιώματα εγκλωβισμένες στη λογική της καριέρας ή φοβούμενες την πίεση των εργοδοτών.
Όλα αυτά λειτουργούν παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με σεξιστικές συμπεριφορές και εντός –πέρα από αυτές που εκδηλώνονται εκτός– της εργασίας, με πατριαρχικές αντιλήψεις, πρακτικές και σχέσεις ‒φαινόμενα ιδιαίτερα έντονα στο κλάδο της εστίασης και της διασκέδασης‒, με την πρόσθετη επιβάρυνση των γυναικών με τη φροντίδα των «του οίκου», υποδηλώνοντας τόσο τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών συνολικά στην καπιταλιστική κοινωνία, όσο και την υποκρισία των διακηρύξεων περί νομικής-τυπικής ισότητας και τη ρηχότητα του «woke κινήματος».
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών, οι οποίοι κατά κύριο λόγο αφορούσαν τα ζητήματα σεξουαλικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας. Στην Ελλάδα σημαντικός ήταν ο αγώνας των αναπληρωτριών εκπαιδευτικών για άδεια μητρότητας, την οποία κατάφεραν να κατοχυρώσουν έστω και για λίγους μήνες.
3.4.11 Οι νέοι εργαζόμενοι, και κυρίως όσοι εισέρχονται για πρώτη φορά στην καπιταλιστική αγορά εργασίας, ακόμη και όταν δεν εργάζονται σε συνθήκες απόλυτης επισφάλειας, δεν έχουν όλα τα δικαιώματα που είχαν κατακτήσει οι προηγούμενες γενιές. Γνωρίζουν αδρά ή καθόλου το παλαιότερο πλαίσιο εργατικών κατακτήσεων, το οποίο γίνεται πολλές φορές ζήτημα αρνητικής σύγκρισης. Δύσκολη είναι επίσης η ουσιαστική επικοινωνία με παλαιότερους εργαζομένους, ώστε να μεταφέρεται, έστω, η δική τους «μνήμη δικαιωμάτων» στους νεότερους. Η σύνδεσή τους με τους χώρους δουλειάς και τη διεκδίκηση δικαιωμάτων εκεί μειώνεται καθώς στους περισσότερους χώρους, ιδίως του ιδιωτικού τομέα, δεν υπάρχει συνδικαλιστική παρουσία και η εναλλαγή εργασιών γίνεται πολύ συχνό φαινόμενο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα των νέων γενιών να μην επιλέγει τον συλλογικό δρόμο διεκδίκησης αλλά έναν ατομικό δρόμο επιβίωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το φαινόμενο της «Μεγάλης Παραίτησης», που ήταν ιδιαίτερα έντονο στο εξωτερικό, αλλά εμφανίστηκε και στην Ελλάδα, κυρίως στον κλάδο του τουρισμού. Αφορά την απαξίωση των θέσεων εργασίας που προσφέρονται με πολύ κακές συνθήκες εργασίας και μεροκάματα, δημιουργώντας έτσι τρομερές ελλείψεις προσωπικού ακόμα και κατά την περίοδο αιχμής του τουρισμού. Ταυτόχρονα, παρατηρείται ότι γενικώς η νέα γενιά (κάτω των 30 ετών) απαξιώνει τις απαιτήσεις της εργοδοσίας και εμφανίζεται απρόθυμη να κάνει υπερωρίες ή εργασίες εκτός του αντικειμένου εργασίας της (χαμαλίκια), γεγονός που οδηγεί τους εργοδότες να εκφράζουν διαρκώς τη δυσαρέσκειά τους γι’ αυτήν. Ωστόσο, αυτή η άρνηση και η απροθυμία των νέων εργαζομένων δύσκολα εκφράζεται μέσα από τη συλλογικότητα και τη διεκδίκηση των αγώνων.
4. Η συνδικαλιστική εικόνα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα
4.1 Η συνδικαλιστική πυκνότητα (βλ. Παράρτημα 4)
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνδικαλιστική πυκνότητα (ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετέχουν σε σωματεία) στην Ελλάδα μειώθηκε από το 48,2% το 1977 στο 19% το 2016. Το 2024 η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη στον δημόσιο τομέα, με το 41,3% των εργαζομένων να συνδικαλίζονται σε σύγκριση με το 10,1% του ιδιωτικού τομέα. Στις χώρες της ΕΕ ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 23%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γαλλίας, όπου η συνδικαλιστική πυκνότητα κυμαίνεται στο 8%, παρότι τα τελευταία χρόνια είχαμε σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ υπάρχει και μεγάλο ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ.
Στον ιδιωτικό τομέα, η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί 69 κλαδικές ή επαγγελματικές ομοσπονδίες, 3 ομοσπονδίες συνταξιούχων και 80 εργατικά κέντρα πανελλαδικά, δηλαδή συνολικά περίπου 2.350-2.500 πρωτοβάθμια σωματεία. Στο 39ο Συνέδριό της συμμετείχαν 430 αντιπρόσωποι, οι οποίοι αντιστοιχούν σε περίπου 430.000 ψηφίσαντες σε σωματεία. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται κάτω από το 15%, ενώ, αν ληφθούν υπόψη τα φαινόμενα νοθείας που παρατηρούνται σε μια σειρά σωματεία, το πραγματικό ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και σωματεία που ουσιαστικά είναι σφραγίδες και άλλα που δημιουργούνται και γρήγορα διαλύονται. Η συνδικαλιστική πυκνότητα στις πρώην ΔΕΚΟ ξεκινά από 80% και φτάνει στο 55%.
Στον δημόσιο τομέα, η ΑΔΕΔΥ εκπροσωπεί περίπου 50 ομοσπονδίες και 1.260 περίπου συλλόγους, με τη συνδικαλιστική πυκνότητα να κυμαίνεται περίπου στο 55%.
Τα τελευταία χρόνια στον ιδιωτικό τομέα καταγράφεται μικρή άνοδος της συνδικαλιστικής πυκνότητας (όπως δείχνουν και τα πρόσφατα συνέδρια του ΕΚΑ και της ΓΣΕΕ). Δημιουργούνται νέα σωματεία, κυρίως από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, αλλά και από άλλες δυνάμεις. Τα νέα σωματεία είναι επιχειρησιακά και κλαδικά. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση της συμμετοχής σε σωματεία του ιδιωτικού τομέα. Αυτό συνέβη διότι: α) η συνδικαλιστική έρημος που άφησε η αντεργατική μνημονιακή επίθεση και οι νόμοι που ακολούθησαν, β) η ευρεία απονομιμοποίηση στις συνειδήσεις των εργαζομένων των κυρίαρχων αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ μετέπειτα) και των παρατάξεών τους και το σπάσιμο παλαιότερων πελατειακών δεσμών, γ) η ανάπτυξη νέων κλάδων και η σχετική επάνοδος της οικονομικής και της επιχειρηματικής δραστηριότητας και δ) η εμφάνιση της νέας βάρδιας των εργαζόμενων που διαμορφώνει μια σειρά νέων χαρακτηριστικών, δημιούργησαν ένα πεδίο όπου, πάνω στα συντρίμμια του παλιού, συγκροτούνται ουσιαστικές δυνατότητες για τη δημιουργία νέων σωματείων και νέων μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης.
Η ανάγκη αυτή εκκινεί, παρά τη μεγάλη διστακτικότητα με την οποία η πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει ακόμη τον συνδικαλισμό, από την εκρηκτική κοινωνική πραγματικότητα και την απογείωση της εκμετάλλευσης που βιώνουν οι εργαζόμενοι/ες. Την τάση αυτή οι δικές μας δυνάμεις πρέπει να την αντιμετωπίσουν με ανώτερη απαίτηση ως ευκαιρία. Όχι απλώς να αποτελέσουμε μέρος της, αλλά να πρωταγωνιστήσουμε στην προσπάθεια οργάνωσης της τάξης μας και των αγώνων της, κάνοντας μια ουσιαστική στροφή στην επίμονη μεθοδική δουλειά πεδίου.
4.2 Παράγοντες που συντέλεσαν στην αποδυνάμωση των συνδικάτων
Το ζήτημα της ενότητας και του κατακερματισμού της εργατικής τάξης, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις (και άλλες πλευρές που περιγράφονται και στην Παράγραφο 3.4) σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τη δυσκολία της συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Ρόλο στην αποδυνάμωση και στην απαξίωση των σωματείων και του συνδικαλισμού διαδραματίζουν επίσης οι ακόλουθοι παράγοντες:
α) Ο βαθμός συγκεντροποίησης της ελληνικής οικονομίας δυσκολεύει τη συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς αρκετές επιχειρήσεις είναι πολύ μικρές και δεν ευνοούν τη δημιουργία επιχειρησιακών σωματείων (1 στους 4 εργάζεται σε επιχείρηση έως 10 εργαζομένων). Αυτό μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω της συμμετοχής σε κλαδικά σωματεία. Ωστόσο, το «οικογενειακό» κλίμα και οι στενές σχέσεις που δημιουργούνται στις μικρές επιχειρήσεις αποτελούν πολλές φορές εμπόδιο στη δημιουργία ταξικής συνείδησης. Από την άλλη πλευρά, στις 885 επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 250 εργαζομένους (συνολικά το 28,34% των μισθωτών) μπορούν να δημιουργηθούν επιχειρησιακά σωματεία. Όμως, πολλές απ’ αυτές τις επιχειρήσεις, ειδικά στη βιομηχανία, επιλέγουν να έχουν λίγους μόνιμους εργαζομένους και να καλύπτουν τις ανάγκες τους με εργολαβικούς.
β) Το προηγούμενο διάστημα, ιδιαίτερα την περίοδο των μνημονίων, η αστική και εργοδοτική πολιτική προώθησε μια σειρά νομοθετικές παρεμβάσεις που στόχευαν στον κατακερματισμό της τάξης. Για παράδειγμα, η διάλυση της εργατικής νομοθεσίας, που καταργεί τις προηγούμενες μορφές θεσμικής διεκδίκησης (π.χ. ΣΣΕ), καθώς και οι αλλαγές εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων, που έχουν αφαιρέσει από μεγάλα συνδικάτα τη δυνατότητα «εκβιασμού» της κυβέρνησης και της εργοδοσίας (π.χ. η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ δεν μπορεί να «εκβιάσει» κατεβάζοντας τους διακόπτες, αφού μπορούν να βάλουν ρεύμα στο σύστημα οι ιδιωτικές εταιρείες). Παράλληλα, έχουν γίνει πολλές νομοθετικές αλλαγές οι οποίες δυσκολεύουν την απεργία, ενώ επιβάλλονται στα σωματεία οι ηλεκτρονικές διαδικασίες και το ΓΕΜΗΣΟΕ. Επίσης, η παρατεταμένη και υψηλή ανεργία αφήνει ακάλυπτο το πιο πληττόμενο κομμάτι της τάξης και παίζει αρνητικό ρόλο στη δύναμη και στον βαθμό οργάνωσής του.
γ) Βασικό πρόβλημα της συγκρότησης του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος αποτέλεσε η ομοιοεπαγγελματική δομή, η ξεχωριστή δομή δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η τυπική, άνευρη και γραφειοκρατική λειτουργία με μηδενική εσωτερική ζωή και χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες βάσης, σε συνδυασμό με την ανάθεση εκπροσώπησης για «διαπραγμάτευση» και τον πελατειακό συνδικαλισμό. Χαρακτηριστικό του συνδικαλιστικού κατακερματισμού της τάξης είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει παράλληλη λειτουργία στην ίδια επιχείρηση πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων με βάση την ειδικότητα ή το πτυχίο.
Ακόμη, σε πολλά πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία των πρώην ΔΕΚΟ, τραπεζών, και όχι μόνο, έχουμε συμμετοχή ή και πρωταγωνιστικό ρόλο διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων στα σωματεία. Ωστόσο, η σύγχρονη τάση είναι η ενίσχυση των κλαδικών και των επιχειρησιακών μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης. Πολύ περισσότεροι συνδικαλισμένοι εργάτες βρίσκονται σε κλαδικά και επιχειρησιακά σωματεία. Τα νέα σωματεία που συγκροτούνται δεν είναι κυρίως ομοιοεπαγγελματικά, ενώ περιλαμβάνουν και την ελαστική εργασία.
δ) Ένα μεγάλο κομμάτι μένει ασυνδικάλιστο για λόγους που σχετίζονται με τη γενικότερη πολιτική και κινηματική κατάσταση, την εργοδοτική τρομοκρατία, τον αποκλεισμό του από τις ηγεσίες πολλών σωματείων (π.χ. μη εγγραφή συμβασιούχων), την έλλειψη συνδικαλιστικής οργάνωσης που να καλύπτει τον κλάδο ή την επιχείρηση, την ανυποληψία των συνδικαλιστικών ηγεσιών, αλλά και τις αυταπάτες, την αδιαφορία, την επιλογή της ατομικής διαπραγμάτευσης ή και του πλήρους συμβιβασμού, τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο στους ασφυκτικούς ρυθμούς ζωής.
ε) Το πρόβλημα δεν είναι κυρίως «αντικειμενικό», αλλά πρωτίστως ιδεολογικοπολιτικό. Η υποχώρηση του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος οδήγησε στην υποχώρηση των συνδικάτων και στην επιλογή της ατομικής διαπραγμάτευσης, του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης του ΤΙΝΑ. Αυτό συντέλεσε και στον ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, με αποδοχή της λογικής της ΕΕ, της ανταγωνιστικότητας, της «ελεύθερης αγοράς», της «πολιτικής υπευθυνότητας», καθώς και βασικών ιδεολογημάτων και στρατηγικών επιλογών της αστικής πολιτικής, όπως τα προγράμματα λιτότητας, το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.
στ) Συνολικά, το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα είναι πλήρως αναντίστοιχο με τα σημερινά δεδομένα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τις απαιτήσεις της αναμέτρησης με αυτόν. Η εργοδοτική/κυβερνητική πολιτική των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, των μεγάλων ομοσπονδιών, των εργατικών κέντρων και πολλών συνδικάτων στοιχίζονται στη λογική της ταξικής συνεργασίας, στην αποδοχή της καπιταλιστικής «ανάπτυξης» και ανταγωνιστικότητας. Αυτός ο συνδικαλισμός του κοινωνικού εταιρισμού δεν μπορεί να απαντήσει θετικά στις ανάγκες των εργαζομένων, δεν μπορεί να αποτελέσει «αντίπαλο δέος» στο κεφάλαιο, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή.
Ο συνδικαλισμός αυτός διαμόρφωσε τις σημερινές μορφές γραφειοκρατικής εκπροσώπησης, δίχως οι εργαζόμενοι να μπορούν να καθορίσουν τις μορφές και το πλαίσιο του αγώνα ούτε την κλιμάκωσή του. Από κοινού με το κράτος, τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις οργανισμών και τραπεζών, ο συνδικαλισμός αυτός πρωτοστάτησε στην αναπαραγωγή των διαιρέσεων μεταξύ «παλιών» και «νέων», «μόνιμων» και «προσωρινών», ενώ ακολούθησε μια πολιτική «προστασίας» των «παλιών» σε βάρος των «νέων». Ο αποκλεισμός των ελαστικά απασχολουμένων, δηλαδή του πιο πληττόμενου τμήματος εργαζομένων, από τα συνδικάτα των πρώην ΔΕΚΟ και των τραπεζών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διασπαστικής πρακτικής.
ζ) Καθοριστικής σημασίας παράγοντας ήταν και η αστική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, η μετατροπή της από δύναμη του ‒ρεφορμιστικού έστω‒ αγώνα και υπερασπιστή της λογικής του «εφικτού» και των «κοινωνικών συμβολαίων» σε επιθετικό φορέα υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
_________________________________________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
Α.3.2. Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας
i. Στα τέλη του 2024, καταγράφηκαν από τις αστικές στατιστικές 4.278.700 απασχολούμενοι/ες και περίπου 480.000 άνεργοι/ες. Από τους/τις ανέργους λαμβάνουν επίδομα ανεργίας 262.548 άτομα (125.110 κοινοί άνεργοι και 137.438 εποχικοί).
Το ποσοστό απασχόλησης για άτομα 15-65 ετών ήταν περίπου 63,3%, το δεύτερο πιο χαμηλό στην ΕΕ μετά την Ιταλία (75,8% ο μέσος όρος της ΕΕ). Το 2023 το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ήταν 52,8%, των ανδρών 70,8% και των νέων 18,3% (χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ). Η Ελλάδα εμφάνισε το 2024 το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης σε αποφοίτους Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (80,3%) μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους –κυρίως νέους/νέες– που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.
Στις επίσημες στατιστικές το 2024 καταγράφονται 2.963.000 εργαζόμενοι/ες με μισθωτή σχέση εργασίας (το 2019 ήταν 2.303.109), 846.300 αυτοαπασχολούμενοι/ες χωρίς προσωπικό, 314.200 εργοδότες/τριες και 152.800 βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Τα αντίστοιχα στοιχεία του ΕΦΚΑ για το τέλος του 2024 αναφέρουν 2.585.219 μισθωτούς στον ιδιωτικό τομέα (64.216 από αυτούς στα οικοδομοτεχνικά έργα). Το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων στην Ελλάδα είναι ακόμη από τα μεγαλύτερα μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Ωστόσο πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στο ποσοστό τους εμπεριέχεται ένα μεγάλο ποσοστό εργαζόμενων με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (μπλοκάκι) που παρέχουν μόνιμα εξαρτημένη εργασία, ενώ υπάρχει και ένα συγκαλυμμένο ποσοστό υποαπασχόλησης που οριακά προσεγγίζει την ανεργία.
Όσον αφορά το φύλο, το 53% των μισθωτών είναι άνδρες και το 47% γυναίκες. Μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή των γυναικών στους κλάδους του εμπορίου και του τουρισμού-εστίασης. Όσον αφορά την ηλικία, το 13,56% των ασφαλισμένων εργαζομένων είναι κάτω των 29 ετών, το 33,35% κάτω των 39 ετών, το 57,53% από 25 έως 49 ετών και το 34,95% από 50 έως 64 ετών. Οι νέοι/ες είναι συγκεντρωμένοι κατά κύριο λόγο στις αστικές περιοχές και απασχολούνται κυρίως στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στον τουρισμό-εστίαση. Έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά μεγάλο ποσοστό ανέργων.
Σε ό,τι αφορά την εθνικότητα, στο σύνολο των ασφαλισμένων το 89,22% έχουν ελληνική υπηκοότητα, το 1,48% άλλης χώρας της ΕΕ και το 9,30% χώρας εκτός ΕΕ. Στους ασφαλισμένους στις κοινές επιχειρήσεις, το 90,31% έχουν ελληνική υπηκοότητα, το 1,47% άλλης χώρας της ΕΕ και το 8,22% χώρας εκτός ΕΕ, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στα οικοδομοτεχνικά έργα είναι 46,52%, 1,79% και 51,69%. Στο σύνολο των αλλοδαπών ασφαλισμένων, 47,28% έχουν αλβανική υπηκοότητα. Οι αλλοδαποί άνδρες αντιπροσωπεύουν το 13,29% των ασφαλισμένων ανδρών και οι αλλοδαπές γυναίκες το 7,98% των ασφαλισμένων γυναικών. Στους αλλοδαπούς άνδρες, το 46,43% είναι αλβανικής υπηκοότητας, ακολουθούν οι υπήκοοι του Πακιστάν με 12,64% και της Αιγύπτου με 6,14%. Στις αλλοδαπές γυναίκες, το 48,84%, είναι αλβανικής υπηκοότητας, ακολουθούν οι ασφαλισμένες ρουμανικής υπηκοότητας με 5,89% και βουλγαρικής υπηκοότητας με 5,57%.
ii. Σε ό,τι αφορά τη μισθωτή απασχόληση ανά κλάδο, η εικόνα έχει ως εξής:
‒ Με βάση τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας, στον πρωτογενή τομέα εργάζονται 454.500 εργαζόμενοι/ες (10,6%), στη μεταποίηση και στις κατασκευές 706.400 εργαζόμενοι/ες (16,5%), στον ευρύ, σύμφωνα με τις αστικές στατιστικές, κλάδο των υπηρεσιών 1.935.500 εργαζόμενοι/ες (45,2%) και στη δημόσια διοίκηση και τις κοινωνικές υπηρεσίες 1.182.200 (27,6%).
‒ Με βάση την κλαδική διάρθρωση, στο εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολούνται πάνω από 700.000 μισθωτοί/ές (το 22-24% του συνόλου των εργαζομένων). Ο κλάδος έχει ακόμα μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολουμένων, αλλά οι τάσεις προλεταριοποίησης είναι εμφανείς. Περίπου το 8% των εργαζομένων στον κλάδο είναι μετανάστες/στριες. Εξίσου μεγάλος είναι ο αριθμός των εργαζομένων στις υπηρεσίες εστίασης και στα τουριστικά καταλύματα: προσεγγίζει τις 700.000, αν και υπάρχει σημαντική εποχικότητα, αφού περίπου το 40% των ξενοδοχείων λειτουργεί εποχικά. Το 20% των εργαζομένων στον κλάδο είναι μετανάστες/στριες. Σε αυτούς τους δύο κλάδους, όπου απασχολείται πάνω από το 45% των εργαζομένων, κυριαρχούν οι χαμηλοί μισθοί, η μαύρη εργασία, η εποχικότητα και η εργασιακή περιπλάνηση.
Ακολουθούν ο τομέας της μεταποίησης (11,3%) με 14% μετανάστες/στριες, και ο τομέας των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (8,3%). Το μέγεθος της μεταποίησης ανεβαίνει αν προσθέσουμε σε αυτήν την παραγωγή και διανομή ενέργειας, την παροχή νερού, την επεξεργασία λυμάτων ‒ διαχείριση αποβλήτων και τα ορυχεία-λατομεία. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη μεταποίηση (4,5%) έχει η βιομηχανία τροφίμων με 110.000 εργαζομένους και ακολουθούν ενέργεια, μέταλλο, χημικά προϊόντα, φάρμακα. Στις κατασκευές απασχολούνται περίπου 170.000 εργαζόμενοι/ες (5,1%) ‒ 33% μετανάστες/στριες.
Σημαντικοί κλάδοι από πλευράς απασχόλησης είναι επίσης η εκπαίδευση (δημόσια και ιδιωτική), οι υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (δημόσιες και ιδιωτικές), ενώ ανοδικές τάσεις εμφανίζουν οι υπηρεσίες αποθήκευσης και μεταφορών, καθώς και ο κλάδος τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Το ποσοστό σε καθέναν από αυτούς τους κλάδους κυμαίνεται στο 5%. Σημαντικό είναι επίσης το ποσοστό των εποχικά εργαζομένων (πάνω από το 10%), ειδικά στους τομείς του τουρισμού, της εστίασης, της αγροτικής παραγωγής αλλά και των κατασκευών (μετακλητοί μετανάστες/στριες).
-Με βάση την κατάταξη επαγγέλματος που κάνουν οι επίσημες στατιστικές, 409.500 (9,6%) είναι εργαζόμενοι/ες στη γεωργία και την αλιεία, 955.800 (22,3%) είναι πωλητές/τριες και εργαζόμενοι/ες σε υπηρεσίες, 475.100 (11,1%) είναι υπάλληλοι γραφείου, 413.40 (9,66%) είναι εξειδικευμένοι τεχνίτες, 278.600 (6,51%) είναι ανειδίκευτοι εργάτες/τριες, 303.600 είναι χειριστές μηχανημάτων, 268.700 (6,27%) απασχολούνται σε τεχνικά και συναφή επαγγέλματα,131.400 (3,1%) είναι ανώτερα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, 975.000 (22,8%) απασχολούνται σε επιστημονικά επαγγέλματα και 66.700 (1,55%) σε λοιπά επαγγέλματα.
iii. Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των επιχειρήσεων και τη συγκέντρωση μισθωτών: Σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (2024), το 15,51% (390.925) των εργαζομένων δουλεύει σε 216.446 επιχειρήσεις με 1-4 εργαζομένους, το 11,31% (284.992) σε 43.787 επιχειρήσεις με 5-9 εργαζομένους, το 26,71% (673.000) σε 35.414 επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους, το 18,13% (456.727) σε 4.582 επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους και το 28,34% (714.081) εργάζεται σε 885 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Στο σύστημα καταγράφονται 150 επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 εργαζομένους. Το 2021 περίπου 230.000 εργαζόμενοι (8,5%) εργάζονταν σε 4.169 επιχειρήσεις (0,56%) που ελέγχονται από το εξωτερικό. Αυτές είχαν περίπου το 20,5% της συνολικής προστιθέμενης αξίας.
iv. Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των μισθών και διαβίωσης: Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια ευημερία (OECD, 2024), οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι άκρως απογοητευτικές σε όλους σχεδόν τους δείκτες, καθώς κυριαρχούν οι χαμηλοί μισθοί, οι κοινωνικές ανισότητες και τα προβλήματα στέγασης.
Κωδικοποιώντας τα πορίσματα με βάση 80 δείκτες ευημερίας, η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις 35 χώρες, μετά το Μεξικό και την Κολομβία, πολύ κοντά στη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Το 42,6% των νοικοκυριών χρωστάει κάπου (δόση δανείου, εισφορές, λογαριασμούς κ.λπ.), θλιβερή πρωτιά σε όλη την ΕΕ, ενώ δεύτερη ‒πολύ πίσω‒ είναι η Βουλγαρία με 18,7%. Ο μέσος μισθός είναι 940 ευρώ (1.080 κατά την κυβέρνηση), μικρότερος από το επίπεδο του 2010 ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, πόσο μάλλον σε πραγματικές (αποπληθωρισμένες) τιμές. Το 86,6% των φορολογούμενων φυσικών προσώπων έχει ετήσιο εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, το 7,31% αμείβεται με λιγότερα των 500 ευρώ, το 8,1% με 500-800, το 21,1% με 800-1.000, το 40,29% με 1.000-1.500, το 16% με 1.500-2.500 και το 7% από 2.500 και πάνω.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2
Α.3.4.1 Η ευελιξία-ελαστικοποίηση αποτελεί βασικό στοιχείο στις εργασιακές σχέσεις. Με βάση τα στοιχεία του ΕΦΚΑ (2024), το ποσοστό των εποχικά ή μερικώς απασχολουμένων έφτανε στο 20% του συνόλου. Με βάση τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, το 76,4% των εργαζομένων απασχολείται περισσότερες από 35 ώρες την εβδομάδα, το 20% 10-20 ώρες και το υπόλοιπο 4% 1-10 ώρες ‒ άρα η μερική απασχόληση πλησιάζει το 25%. Οι επισφαλείς σχέσεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος σε βάρος της μόνιμης εργασίας ‒ χαρακτηριστικό είναι ότι το 2023 μία στις δύο προσλήψεις ήταν για προσωρινή ή εκ περιτροπής απασχόληση. Ιδιαίτερα σε ορισμένους κλάδους μαζικής απασχόλησης (εμπόριο, τουρισμός, εστίαση), οι νεοπροσλαμβανόμενοι/ες (κυρίως νέοι/ες σε ηλικία) εργάζονται σε μεγάλο ποσοστό με συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δεν ανανεώνονται.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3
Α.3.4.5 Η τηλεργασία δυνητικά μπορεί να εφαρμοστεί ως σχετικά σταθερή/τακτική μορφή εργασίας και με εναλλασσόμενο τρόπο στο 35-40% του εργατικού δυναμικού στις χώρες της ΕΕ ανάλογα με τη δομή της οικονομίας κάθε χώρας, σε συγκεκριμένους κλάδους και επαγγέλματα των οποίων οι εργαζόμενοι/ες θεωρούνται εν δυνάμει «τηλεργάτες/τριες». Για την Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου το 25% των απασχολουμένων (έως και 500.000) θα μπορούσαν να εργάζονται πλήρως μέσω τηλεργασίας (fully teleworkable) με ένα πρόσθετο 12% απασχολουμένων να έχει υψηλές δυνατότητες εκ περιτροπής τηλεργασίας.
Το 2024 το ποσοστό των εργαζομένων με καθεστώς τηλεργασίας (συνήθως ή μερικές φορές) στην Ελλάδα κυμαινόταν περίπου στο 8%, με την Αττική να εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό (10%). Αντίστοιχα, το 2024 περίπου το 23% των εργαζομένων στην ΕΕ εργαζόταν συνήθως σε καθεστώς συχνής ή μερικής τηλεργασίας. Η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Ιρλανδία πρωτοστατούν στην τηλεργασία, με ποσοστά που συχνά ξεπερνούν το 40% σε συμβατές θέσεις εργασίας, ενώ στο άλλο άκρο της κατάταξης η Βουλγαρία και η Ρουμανία καταγράφουν ποσοστά της τάξης του 4%.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4
Α.4.1 Η συνδικαλιστική πυκνότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνδικαλιστική πυκνότητα (ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετέχουν σε σωματεία) στην Ελλάδα έπεσε από το 48,2% το 1977 στο 19% το 2016. Αντίστοιχη πορεία παρατηρείται στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, στις οποίες η συνδικαλιστική πυκνότητα μειώθηκε (κατά μέσο όρο) από 38,7% το 1975 σε 15,8% το 2019 (25% για το 2024). Μόνο η Ισλανδία, η Χιλή και η Ισπανία έχουν βιώσει αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας από το 1985 (ωστόσο και σε αυτές το ποσοστό είναι κάτω του 20%). Το 2024 η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη στον δημόσιο τομέα, με το 41,3% των εργαζομένων να συνδικαλίζονται σε σύγκριση με το 10,1% του ιδιωτικού τομέα. Στις χώρες της ΕΕ ο μέσος όρος είναι 23%. Οι σκανδιναβικές χώρες και το Βέλγιο έχουν ποσοστά πάνω από 60%. Να σημειώσουμε ότι σε αυτές τις χώρες τα συνδικάτα διαχειρίζονται τα επιδόματα ανεργίας των εργαζομένων παίρνοντας κρατική χρηματοδότηση (το λεγόμενο «Σύστημα της Γάνδης»).
Στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στην Πορτογαλία και τη Γαλλία, η πυκνότητα είναι πολύ χαμηλή, συχνά κάτω από 10-15% (π.χ. Γαλλία ~8%, Ουγγαρία ~5%). Η Γαλλία σημειώνει ένα παράδοξο, αφού τα τελευταία χρόνια είχαμε εκεί σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ υπάρχει και μεγάλο ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ, καθώς οι συμφωνίες που υπογράφουν τα συνδικάτα επεκτείνονται συχνά σε όλους τους εργαζομένους του κλάδου, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη. Βέβαια, αν υπολογίσουμε το ποσοστό με βάση τις εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων στους χώρους εργασίας, όπου ψηφίζει μεγάλο ποσοστό εργαζομένων, ακόμα και αν δεν είναι μέλη (εγγεγραμμένοι) των συνδικάτων, τότε διαφοροποιείται σημαντικά.
Στη Γερμανία και την Ισπανία το ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 15%, ενώ στην Ιταλία είναι κοντά στο 30% (υπολογίζονται όμως και οι συνταξιούχοι). Στη Μεγάλη Βρετανία είναι στο 22% (Δημόσιο 50%, ιδιωτικός τομέας 12%), με ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ στο 27%. Στις ΗΠΑ το ποσοστό βρίσκεται στο 10% (33% στο Δημόσιο και 6% στον ιδιωτικό τομέα).
Στην Ινδία η συνδικαλιστική πυκνότητα εκτιμάται σε μόλις 6,3% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Στην Ινδία περίπου το 90% των εργαζομένων απασχολείται στον «άτυπο» τομέα της οικονομίας, ο οποίος λειτουργεί εκτός της κρατικής ρύθμισης, της φορολογίας και των επίσημων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Παρά την ταχεία ανάπτυξη της χώρας, ο τομέας αυτός παραμένει η «ραχοκοκαλιά» της απασχόλησης, παρέχοντας βιοπορισμό σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Στην Ιαπωνία το ποσοστό είναι 16% και στη Νότια Κορέα 13%. Στην Κεντρική και Λατινική Αμερική τα ποσοστά είναι κάτω του 10% στις περισσότερες χώρες, με εξαίρεση την Αργεντινή (30%), τη Χιλή (16%) και το Μεξικό.
Μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ (με εξαίρεση τη Δανία, τη Σουηδία και το Βέλγιο) το ποσοστό των συνδικαλισμένων νέων κάτω των 25 ετών είναι μικρότερο του 10%. Τα τελευταία χρόνια η αύξηση του αριθμού των μισθωτών αλλά και η ανάπτυξη σημαντικών αγώνων δεν φέρνουν αντίστοιχο ποσοστό αύξησης του αριθμού των συνδικαλισμένων, αφού μόνο το 15% των νέων εργαζομένων γίνονται μέλη συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Στην Ελλάδα, στον ιδιωτικό τομέα η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί 69 κλαδικές ή επαγγελματικές ομοσπονδίες, 3 ομοσπονδίες συνταξιούχων και 80 εργατικά κέντρα πανελλαδικά, δηλαδή συνολικά περίπου 2.350-2.500 πρωτοβάθμια σωματεία. Στο 39ο Συνέδριό της συμμετείχαν 430 αντιπρόσωποι, που αντιστοιχούν σε περίπου 400.000 ψηφίσαντες σε σωματεία. Αν μάλιστα συμπεριλάβουμε το υψηλό ποσοστό νοθείας (πάνω από 25%) στις εκλογές των σωματείων, ο αριθμός των ενεργών συνδικαλισμένων εργατών/τριών στον ιδιωτικό τομέα φτάνει μόλις τις 300.000. Έτσι, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα είναι κάτω από 15%, ενώ το ποσοστό αυτό οφείλεται κυρίως στις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες, όπου το ποσοστό ξεπερνά το 50%.
Η συνδικαλιστική πυκνότητα στις πρώην ΔΕΚΟ, που ξεκινά από 80% και φτάνει στο 55%, είναι στον κλάδο του πετρελαίου-φυσικού αερίου 69%, στις τράπεζες 56%, ενώ πέφτει στις κατασκευές στο 13,5%, στο μέταλλο στο 15%, στον τουρισμό-επισιτισμό στο 5% και στο εμπόριο στο 5%. Στον κλάδο του εμπορίου και των υπηρεσιών (εκτός των χρηματοπιστωτικών), όπου απασχολούνται περίπου 700.000 εργαζόμενοι/ες, συμμετείχαν στις τελευταίες εκλογές της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ) 47.000 μέλη πρωτοβάθμιων σωματείων. Στα σουπερμάρκετ, όπου κυριαρχεί ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής όπου, παρά την ανάπτυξη κάποιων κλαδικών και επιχειρησιακών σωματείων, μετά τη ραγδαία συρρίκνωση των σωματείων του ΟΤΕ η συνδικαλιστική πυκνότητα δεν ξεπερνά το 5%(;). Αντίστοιχη εικόνα μπορεί να δούμε στους διανομείς φαγητού (8-9%) ή στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Στον δημόσιο τομέα η ΑΔΕΔΥ εκπροσωπεί περίπου 50 ομοσπονδίες και 1.260 περίπου συλλόγους, με τη συνδικαλιστική πυκνότητα να κυμαίνεται περίπου στο 55%. Στα σωματεία του δημόσιου τομέα που ανήκουν στην ΑΔΕΔΥ φαίνονται συνδικαλισμένοι οι 273.000 από τους περί τους 500.476 που έχουν δικαίωμα να συνδικαλίζονται (εξαιρούνται οι στρατιωτικοί, οι ιερείς, οι δικαστές κ.λπ.), στην πλειοψηφία τους από τους κλάδους της εκπαίδευσης, της υγείας και των εργαζομένων στους δήμους. (Στοιχεία από το πρόσφατο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ).
* * * * * * * * *
Εισήγηση για την Εργατική Συνδιάσκεψη, Μέρος Β
ΜΕΡΟΣ Β
ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ
1. Ο συσχετισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία
Από τη μια, οι αναδιαρθρώσεις που έχουν δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οι κρισιακές καμπές που ακολούθησαν και οι υπερεκμεταλλευτικές απαντήσεις του κεφαλαίου σε αυτές, αλλά και, από την άλλη, η αδυναμία του κινήματος και όσων αναφέρονται σε ριζοσπαστικές, αριστερές και κομμουνιστικές απόψεις να ορθώσουν έμπρακτα αγωνιστικό μέτωπο αντίστασης και ανατροπής έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση για την εργατική τάξη στην οποία η συνολική οικονομική και κοινωνική της θέση έχει επιδεινωθεί.
Υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα, αφενός, στη σφοδρότητα της επίθεσης και στις συνθήκες στις οποίες ζει και εργάζεται η εργατική τάξη και, αφετέρου, στην απάντησή της σε επίπεδο κινήματος, πολιτικής πάλης και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Ο εργασιακός-κοινωνικός μεσαίωνας και ο πολιτικός απολυταρχισμός του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικά που έχουν λάβει τα τελευταία χρόνια, αποτυπώνονται και επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης και της στάσης-συμπεριφοράς που απορρέει από αυτήν.
Σημαντικό ρόλο στην υποχώρηση των τάσεων χειραφέτησης, η οποία έχει άμεση επίπτωση στο συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα, παίζει και η υποχώρηση του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος, όπως και συνολικότερα της επαναστατικής τακτικής στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, που θα μπορούσε να αποτελέσει ελπίδα για την εργατική τάξη και έναυσμα για αγώνα.
2. Συνολική εκτίμηση για τον ρόλο του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος
2.1 Ο συσχετισμός στο υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα σφραγίζεται από την κυριαρχία του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού τον οποίο εκφράζουν και προωθούν οι αστικές δυνάμεις και οι συνδικαλιστικές εκφράσεις τους (ΔΑΚΕ ‒ ΠΑΣΚΕ ‒ ΣΥΡΙΖΑ ‒ άλλα εργοδοτικά μορφώματα). Η διαμόρφωση ενός συνδικαλισμού του κοινωνικού εταιρισμού, με αλληλοδιαπλοκή με το κράτος και τους θεσμούς της εξουσίας, μακριά από τις ανάγκες και την καθημερινότητα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, έχει διαμορφώσει την κυριαρχία ενός αστικοποιημένου συνδικαλισμού, ο οποίος προωθεί την αστική πολιτική μέσα στο εργατικό κίνημα και αποτελεί θεσμό εκτόνωσης των εργατικών αντιστάσεων και εμπέδωσης της ταξικής ειρήνης. Σε αυτόν τον συνδικαλισμό είμαστε ενάντια και απέναντι. Στη βάση αυτής της εκτίμησης μιλάμε για την ανάγκη ‒και στην κατεύθυνση αυτή παρεμβαίνουμε‒ ταξικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλα τα πεδία.
Είναι χαρακτηριστική η στάση της ΓΣΕΕ στο 3ο Μνημόνιο και στο δημοψήφισμα το 2015, αλλά και η πρόσφατη «Κοινωνική Συμφωνία» με την κυβέρνηση, τον ΣΕΒ και άλλες εργοδοτικές οργανώσεις. Η αποκάλυψη του βρόμικου ρόλου του Παναγόπουλου είναι η κορυφή του παγόβουνου όχι μιας ατομικής περίπτωσης, αλλά ενός ολόκληρου στρώματος επαγγελματιών «συνδικαλιστών», που προσδένονται σε προγράμματα (ΓΣΕΕ ΑΕ) και σε κάθε είδους κρατικές χρηματοδοτήσεις, που ενισχύονται και διαπλέκονται με το κράτος και την εργοδοσία (βλ. συμμετοχή στα προγράμματα κατάρτισης, voucher ανέργων κ.λπ.). Με αυτούς τους μηχανισμούς οικοδομούν τους «συσχετισμούς» στο εσωτερικό των συνδικάτων.
Ο κομματικός παραταξιακός συνδικαλισμός των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ αποδυναμώνεται, αλλά παραμένει κυρίαρχη έκφραση του συνδικαλισμού στα μεγάλα συνδικάτα και συνεχίζει να παίζει σοβαρό ρόλο ιδιαίτερα σε πολλά επιχειρησιακά σωματεία μεγάλων χώρων (τράπεζες, σουπερμάρκετ, εργοστάσια). Οι όποιες ανακατατάξεις στο πλαίσιό του, οι αλλαγές συσχετισμών και οι διαφοροποιήσεις στις κυρίαρχες δυνάμεις (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΕΝΟΤΗΤΑ, ΕΑΚ – ΕΜΕΙΣ – ΑΡΚΙ) δεν κινούνται σε κατεύθυνση υπέρβασης της σημερινής κατάστασης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Στην ΑΔΕΔΥ, παρά την πρωτιά του ΠΑΜΕ, νομιμοποιείται και υλοποιείται ο Ν. Χατζηδάκη και οι ηλεκτρονικές εκλογές, στο όνομα της μαζικότητας, παρά την αντίθετη απόφαση που ελήφθη έπειτα από πίεση των ταξικών δυνάμεων. Συνολικά στο Δημόσιο οι κυρίαρχες δυνάμεις (ΔΑΚΕ ‒ ΔΗΣΥΠ ‒ ΕΑΕΚ ‒ Δημ. Ανατροπή) συγκλίνουν μεταξύ τους στην αποδοχή των βασικών αντιδραστικών κατευθύνσεων της πολιτικής κυβέρνησης ‒ ΕΕ ‒ κεφαλαίου. Περιορίζοντας τη δράση των σωματείων σε αιτήματα για μικροβελτιώσεις, αδρανοποιούν ολόκληρα συνδικάτα, αποκόπτοντας τους εργαζομένους από κάθε λογική πολιτικού αγώνα και διεκδίκησης και εγκλωβίζοντάς τους στο αφήγημα της κοινοβουλευτικής αλλαγής. Μέσω του διοικητικού μηχανισμού (διευθυντές, προϊστάμενοι) έχουν εγκαθιδρύσει μηχανισμό αναπαραγωγής στελεχών, πελατειακών σχέσεων και εξυπηρετήσεων, απεμπολώντας στοιχεία δημοκρατίας και εναλλαγής εκπροσώπησης. Επιτίθενται λυσσαλέα στις ανατρεπτικές δυνάμεις και στο αντικαπιταλιστικό ρεύμα στα συνδικάτα, αντιπαλεύοντας κάθε σχέδιο αγώνα για τον κλάδο, κάθε πρωτοβουλία συσπείρωσης, επιτροπή αγώνα και μαζική συνέλευση εργαζομένων που επιδιώκει να ξεφύγει από τη θεσμικότητα.
Η ανοιχτή στήριξη και η εξυπηρέτηση των συμφερόντων κυβερνήσεων και κεφαλαίου αφορά σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και μια σειρά ομοσπονδίες, αλλά και ορισμένα σωματεία και εργατικά κέντρα. Τέτοια είναι τα παραδείγματα της ΠΝΟ, η οποία στάθηκε ενάντια στον αγώνα της ΠΕΝΕΝ το προηγούμενο καλοκαίρι, των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, που δεν στηρίζουν ουσιαστικά τους αγώνες των εκπαιδευτικών (απέναντι στην αξιολόγηση, στα πειθαρχικά ή στα δικαιώματα των αναπληρωτών παλαιότερα), πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων, τα οποία έχουν απευθείας σχέση με την εργοδοσία ή βρίσκονται υπό τον έλεγχό της, ή εργατικών κέντρων στην επαρχία, τα οποία συντηρούνται από τις πελατειακές σχέσεις που δημιουργούν οι κυβερνητικές παρατάξεις.
2.2 Σε μια συνθήκη στην οποία πολλοί εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι τα συνδικάτα δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους και δεν συμμετέχουν σε αυτά, η αστική πλευρά απαντά σε αντιδραστική κατεύθυνση, με την προσπάθεια ανάπτυξης ενός ποιοτικά ανώτερου εργοδοτικού συνδικαλισμού. Συνδικαλισμού του «κοινωνικού εταιρισμού», της διαχείρισης και της συνδιαλλαγής επαγγελματιών «συνδικαλιστών»-μάνατζερ με την εργοδοσία, αλλά και ενός μοντέλου κυβερνητικού-αστικού συνδικαλισμού της νέας περιόδου.
Το ΠΑΜΕ με την πολιτική του δεν αποτελεί παράγοντα αποφασιστικής ανατροπής αυτής της πορείας. Στα σωματεία και στα συνδικάτα στα οποία έχει την ηγεμονία επιβάλει μια συμβιβαστική γραμμή και μια λειτουργία εντελώς ελεγχόμενη και περιορισμένη, χωρίς να επιδιώκει την ενεργή εμπλοκή των εργαζομένων, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για την εκλογική καταγραφή του.
Η αντίληψη ότι, για να αναπτυχθεί το εργατικό κίνημα, απαιτείται κυρίως αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού στα υφιστάμενα συνδικάτα με τη μορφή αριστερής πίεσης ή συγκρότησης προεδρείων οδηγεί τελικά σε αναπαραγωγή και αποδοχή των ορίων τους. Η αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού δείχνει τάσεις και διαθέσεις στο σώμα των εργαζομένων, αλλά δεν μεταφράζεται γραμμικά σε αλλαγή του ταξικού συσχετισμού. Αποκτά πραγματική ουσία και ξεπερνά τον αστικό κοινοβουλευτικό χαρακτήρα όταν είναι αποτέλεσμα κατακτήσεων και βημάτων ταξικής και πολιτικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Από την πλευρά μας παλεύουμε για να αλλάξουμε τους συσχετισμούς εντός των σωματείων, φέρνοντας σε ευνοϊκότερη θέση τις απόψεις μας, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η υπόθεση της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος έχει και ανώτερες προϋποθέσεις. Η κριτική μας για τις δομές των ανώτερων συνδικαλιστικών οργάνων δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι ελέγχονται από μια αστικοποιημένη γραφειοκρατία που έχει απευθείας σύνδεση με την κυβέρνηση και την εργοδοσία.
Δεν πιστεύουμε, δηλαδή, ότι αρκεί να «κοκκινίσουν» η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ για να διορθωθεί η κατάσταση. Τουναντίον, εκτιμάμε ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένες οι συγκεκριμένες συνδικαλιστικές δομές κρατά την εργατική τάξη σε απόσταση και την αποθαρρύνει από το να εμπλακεί ενεργά στις μάχες του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα χρειάζεται δομές στις οποίες θα μπορούν οι εργαζόμενοι να έχουν πραγματική συμμετοχή και έλεγχο στις αποφάσεις, έτσι ώστε να αποτρέπεται η γραφειοκρατικοποίησή τους και να διασφαλίζεται ο ταξικός προσανατολισμός τους ως οργάνων της εργατικής τάξης. Δομές που θα βασίζονται στην ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων και όχι στη λογική της ανάθεσης.
Έτσι μόνο θα μπορέσει να ανακοπεί και η αντίστροφη πορεία, που συντηρεί τον γραφειοκρατικοποιημένο συνδικαλισμό. Εν ολίγοις, όσο διατηρείται έτσι η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, με τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα και την ελάχιστη δυνατή εμπλοκή των ίδιων των εργαζομένων στην πορεία του εργατικού κινήματος, τόσο θα ανθεί η γραφειοκρατία και η αποπολιτικοποίηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, η όποια αγωνιστικότητα θα εκφράζεται μέσα από λογικές ανάθεσης.
2.3 Βασική πλευρά της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελεί το περιεχόμενο, η λογική και το συνολικό στίγμα της παρέμβασής του. Κατά συνέπεια, η προσπάθεια ταξικής ανασυγκρότησης και τα βήματα στην κατεύθυνση του Κινήματος Εργατικής Χειραφέτησης που επιχειρούμε να διαμορφώσουμε έχουν καταρχήν πολιτικό περιεχόμενο. Προϋπόθεση και όρος για οποιαδήποτε ανασυγκρότηση είναι, πριν απ’ όλα, η πολιτική, θεωρητική και συνολική αλλαγή πλεύσης, στα αιτήματα, στις διεκδικήσεις, στους πολιτικούς στόχους και στην κυρίαρχη γραμμή των συνδικάτων. Σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναδείξουμε βαθύτερα και πιο αποτελεσματικά τις πολιτικές, θεωρητικές και πρακτικές πλευρές τόσο των αιτιών της κρίσης του όσο και των δικών μας προτάσεων, της γραμμής για ένα κίνημα εργατικής χειραφέτησης και των θέσεών μας για τα συνδικάτα και το κίνημα, τις μορφές, τις δομές και τον τρόπο λειτουργίας και συσπείρωσης των εργαζομένων.
Απαιτείται δράση εντός, εκτός και εναντίον του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος, με κύριο κριτήριο την επικοινωνία μας με την εργατική τάξη, για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση και να αυξηθεί η συμμετοχή στα σωματεία και η συνδικαλιστική πυκνότητα. Καταρχάς, για να δυναμώσει ακόμα και μέσα στα πιο «μαύρα» σωματεία η φωνή της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων, εκφράζοντας την αγωνία και την ανάγκη για αγώνα των εργαζομένων. Έτσι, μπορεί να ανοίξει ένας δρόμος, που είτε θα μεταβάλει τους ταξικούς συσχετισμούς εντός αυτών είτε θα συμβάλει στη συγκρότηση νέων δομών μέσα από τις οποίες θα μπορέσουν να αναπνεύσουν οι εργατικοί αγώνες. Στόχος είναι η έκφραση των πιο χτυπημένων πληβειακών στρωμάτων, η ανεξαρτησία από το κράτος και την εργοδοσία, η οργάνωση των αγώνων από τους ίδιους τους εργαζομένους, η ενοποίηση και η κλιμάκωσή τους, η προοπτική δημιουργίας ρηγμάτων για την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής.
3. Αγωνιστικές και πολιτικές εμπειρίες της εργατικής τάξης
Το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο, αν και βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα πολύπλοκο οικονομικό περιβάλλον και νέες μορφές εκμετάλλευσης, παρουσιάζει σημαντική κινητικότητα και αναζωπύρωση της δράσης του μετά την περίοδο της πανδημίας. Οι αγώνες των τελευταίων χρόνων έχουν ως αιχμές την αύξηση των μισθών, την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του υψηλού κόστους ζωής, την ανάκτηση απολεσθέντων δικαιωμάτων, την οργάνωση σε νέους κλάδους (ψηφιακή οικονομία, delivery, υπηρεσίες), την ασφάλεια στους χώρους δουλειάς, τις ελλείψεις προσωπικού, την εντατικοποίηση και τη σύνδεση των οικονομικών αιτημάτων με την ποιότητα ζωής. Ιδιαίτερη πτυχή της δράσης του ήταν η συμμετοχή των εργατικών συνδικάτων στο κίνημα υπεράσπισης της υπόθεσης της Παλαιστίνης (βλ. Παράρτημα 5).
Στην Ελλάδα, η απάντηση του εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος στην κατάσταση που βιώνουν οι εργαζόμενοι και στις αλλεπάλληλες επιθέσεις κυβερνήσεων ‒ ΕΕ ‒ κεφαλαίου δεν αντιστοιχεί στο βάθος και στην όξυνση των προβλημάτων, ενώ και η συμμετοχή που καταγράφηκε στις απεργίες δεν ξεπέρασε τα συνηθισμένα επίπεδα των τελευταίων χρόνων (βλ. Παράρτημα 6), με εξαίρεση την απεργία στις 28/2/2025.
Τα στοιχεία που παρατίθενται στα Παραρτήματα 5 και 6, αλλά και παρακάτω υποδηλώνουν ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες για το εργατικό κίνημα συνθήκες, θα εκδηλώνονται λιγότερο ή περισσότερο σημαντικοί αγώνες. Ότι η απόλυτη αγωνιστική άπνοια είναι αδύνατη στον καπιταλισμό –ιδιαίτερα τον σύγχρονο–, ακόμη και αν υπάρχουν εξαιρετικά αρνητικοί συσχετισμοί.
3.1 Το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα δέχτηκε μια στρατηγική επίθεση την περίοδο των μνημονίων και της κρίσης, η οποία οδήγησε σε μεγάλη υποχώρηση τόσο στο περιεχόμενο της δράσης του όσο και στην οργανωτική του υπόσταση. Μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση και η αποδυνάμωσή του. Μετά την περίοδο της πανδημίας, η ψήφιση μιας σειράς αντεργατικών νόμων (όπως του Ν. Χατζηδάκη και Γεωργιάδη), σε συνδυασμό με την άμεση εφαρμογή τους (π.χ. εγκύκλιοι για απεργία, ηλεκτρονικές διαδικασίες) και την ποινικοποίηση των αγώνων, διαμόρφωσαν το πλαίσιο για την πλήρη υποταγή του μαχητικού και ταξικού τμήματος του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος και των ριζοσπαστικών του τάσεων.
Μετά τη «νηνεμία» που ακολούθησε την υποχώρηση και την ήττα των μεγάλων αγώνων του 2010-2015, η διεύρυνση της κοινωνικής και της λαϊκής δυσαρέσκειας σε όλα τα επίπεδα (ακρίβεια, φτώχεια, μισθοί, ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών, δημοκρατία, ανεργία, Τέμπη κ.λπ.) είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα εργατικών αγώνων. Παράλληλα έγιναν μεγάλες κινητοποιήσεις σε κεντρικά γεγονότα αλλά και πανεργατικές απεργίες, ορισμένες μάλιστα χωρίς τη ΓΣΕΕ. Ο κόσμος αναζήτησε ρωγμές, προκειμένου να εκφραστεί μαζικά ενάντια στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα.
3.2 Η απεργία στις 28/2/2025 για τα Τέμπη, παρά το γεγονός ότι δεν οργανώθηκε κυρίως από τα συνδικάτα, αποτέλεσε τη μαζικότερη πολιτική απεργία της Μεταπολίτευσης, με εκατομμύρια στους δρόμους όλης της χώρας. Το εργατικό κίνημα, ο λαός και η νεολαία ανέδειξαν το έγκλημα των Τεμπών σε κορυφαίο πολιτικό θέμα. Οι κινητοποιήσεις πυροδοτήθηκαν από το πάνδημο αίτημα της τιμωρίας των ενόχων. Συνδέθηκαν όμως με τα ευρύτερα εργατικά, λαϊκά και νεολαιίστικα αιτήματα, που όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρχε δυσκολία να εκφραστούν μαζικά. Σημαντικό ρόλο στην κίνηση του κόσμου έπαιξαν αξιακά και ηθικά ζητήματα (αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, απαξίωση της νεολαίας). Πάνω απ’ όλα εκφράστηκε η συσσωρευμένη οργή για τις συνθήκες ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας. Έναν χρόνο μετά, στις 28/02/2026, η απεργία (που οργανώθηκε από τα συνδικάτα) απέδειξε πως τα Τέμπη εξακολουθούν να κινητοποιούν μεγάλες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.
Στο ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη συγκρούστηκαν οι ριζοσπαστικές τάσεις για τον κλονισμό της αστικής πολιτικής με τις τάσεις για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Αποδείχτηκε πως, για να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης, πρέπει να γίνεται σκληρή διαπάλη πάνω στα σοβαρά ζητήματα και στις διαχωριστικές γραμμές της περιόδου, όπως το ζήτημα της δικαιοσύνης, των ιδιωτικοποιήσεων και των δημόσιων αγαθών, η πάλη ενάντια στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα. Στο ρήγμα αυτό ήταν παρούσα η λογική της «πάλης κατά της διαφθοράς», η αναζήτηση «έντιμων» πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο, λογικές «πραγματικού εκσυγχρονισμού». Κορυφαίο θέμα που θέσαμε εμείς ήταν το άμεσο πέρασμα του σιδηρόδρομου στο Δημόσιο, χωρίς αποζημίωση, και η εκδίωξη της Hellenic Train. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία στάθηκε απέναντι σε αυτόν τον στόχο, όπως και το ΚΚΕ.
Το εργατικό κίνημα και οι πολιτικές πρωτοπορίες έδειξαν αδυναμία να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους η δυναμική που απελευθερώθηκε δεν κλιμακώθηκε, τόσο σε επίπεδο διεκδικήσεων και μορφών όσο και πολιτικά. Βασικό πρόβλημα αποτέλεσε και το γεγονός ότι το κίνημα των Τεμπών δεν βρήκε δρόμους και μορφές αυτοοργάνωσης προκειμένου να υπερβεί τα όρια που του έθετε το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα.
Από το ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη αναδύθηκε ένα (κυρίως νεολαιίστικο) δυναμικό με πιο μαχητικά και συγκρουσιακά χαρακτηριστικά. Δείχνει επιμονή για δικαιοσύνη και απόδοση ευθυνών μέχρι τέλους, νιώθει απαξίωση απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς, διατυπώνει διεκδικήσεις γύρω από τις δημόσιες υποδομές και την επανακρατικοποίηση του σιδηροδρόμου κ.λπ.
Παράλληλα, η γενοκτονία στη Γάζα μετατράπηκε σε ζήτημα μεγάλης αντιπαράθεσης. Ο λαός και η εργατική τάξη έδειξαν τη στήριξή τους στον λαό της Παλαιστίνης. Οι πρωτοβουλίες και οι κινητοποιήσεις των συνδικάτων για να μπλοκαριστεί η συνεργασία με το Ισραήλ έχουν κυρίως πολιτικό βάρος, αλλά αποτυπώνουν μια σαφή τάση και κινούνται σε θετική κατεύθυνση.
3.3 Συνολικά εκτιμάμε πως μετά την πανδημία αναπτύσσεται μια τάση μαχητικών διεκδικήσεων σε κλάδους. Η εικόνα δείχνει περιπτώσεις αγώνων με διάρκεια, μαχητικότητα και ευρύτερη απήχηση (COSCO, efood, καλλιτέχνες, ΛΑΡΚΟ). Οι περισσότερες κινηματικές δράσεις από πρωτοβάθμια σωματεία έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα· αφορούν συχνά απολύσεις, την εργοδοτική ασυδοσία και σε ορισμένες περιπτώσεις την υπογραφή ΣΣΕ (π.χ. οικοδόμοι, Εθνική Τράπεζα, ηθοποιοί, επισιτισμός-τουρισμός). Οι αγώνες αυτοί, παρά τη μαχητικότητά τους, δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα, να σπάσουν τα κλαδικά όρια και να διεκδικήσουν μια ανώτερη αγωνιστική ενοποίηση.
Στην τάση αυτή σήμερα παρεμβαίνει κυρίως το ΠΑΜΕ και τα συνδικάτα που ελέγχει, επομένως συχνά οι αγώνες καθορίζονται από τα εγγενή χαρακτηριστικά του: απουσία ανατρεπτικών πολιτικών στόχων συνδεδεμένων με τις άμεσες διεκδικήσεις, αγώνες διαμαρτυρίας και όχι πραγματικής σύγκρουσης, άρνηση για αποφασιστική κλιμάκωση σε κρίσιμες καμπές των αγώνων, άρνηση μόνιμων πρωτοβουλιών έξω από τον σχεδιασμό της ΓΣΕΕ, άρνηση και υπονόμευση της ανατρεπτικής κοινής δράσης με άλλες δυνάμεις και ειδικά με την αντικαπιταλιστική αριστερά, υπογραφή ΣΣΕ στο πλαίσιο των ορίων της «αντοχής» του κεφαλαίου, αλλά και γραφειοκρατική λειτουργία των συνδικάτων. Χαρακτηριστικός ήταν ο ρόλος του στις παρακάτω μάχες:
α) Οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες στη ΛΑΡΚΟ ήταν πολύχρονες και συγκέντρωσαν ευρύτερη κοινωνική στήριξη και εργατική αλληλεγγύη. Η ηγεσία του σωματείου εργαζομένων (ΚΚΕ-ΠΑΜΕ) αποδέχτηκε την πορεία ιδιωτικοποίησης και πάλεψε για τη «σωτηρία των θέσεων εργασίας», εντός του πλαισίου της ιδιωτικοποίησης. Ακόμα και όταν ήρθε η ώρα του κλεισίματος, οι διαθέσεις για συνέχιση και κλιμάκωση του αγώνα που εκφράστηκαν από το πιο πρωτοπόρο τμήμα των εργαζομένων χαρακτηρίστηκαν «διαλυτικές» και ο αγώνας ουσιαστικά έκλεισε.
β) Στον κλάδο των κατασκευών, ο μαζικός πολυήμερος και καθολικός απεργιακός αγώνας στα εργοτάξια του μετρό για οριζόντιες αυξήσεις έδειξε τη διάθεση των εργαζομένων για αποφασιστική πάλη. Είναι ενδεικτικό ότι, ακόμα και όταν η ηγεσία του Σωματείου Εργαζομένων στην κατασκευή του ΜΕΤΡΟ (ΚΚΕ-ΠΑΜΕ) πρότεινε αναστολή των απεργιών, οι εργαζόμενοι επέμειναν στη συνέχιση της απεργίας, έως ότου η ηγεσία του σωματείου κατόρθωσε να την κλείσει χωρίς τις αυξήσεις που διεκδικούσαν οι εργαζόμενοι.
γ) Η απεργία της COSCO είχε κυριολεκτικά να αντιμετωπίσει θεούς και δαίμονες: την αστική δικαιοσύνη, όλο το άθικτο αντεργατικό οπλοστάσιο των μνημονίων, την εργοδοτική τρομοκρατία αλλά και τη δημιουργία εργοδοτικού σωματείου. Παρά τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων, η ηγεσία του σωματείου δεν κλιμάκωσε αποφασιστικά ώστε να διασφαλίσει και να διευρύνει τις υποχωρήσεις της COSCO.
Από την άλλη, η εμπειρία των πρόσφατων απεργιών της ΠΕΝΕΝ αναδεικνύει τις δυνατότητες για νικηφόρους εργατικούς αγώνες, ακόμα και στη σημερινή περίοδο. Η νικηφόρα απεργία στις γραμμές της Αδριατικής απέδειξε ότι, ακόμα και σε έναν δύσκολο κλάδο του ιδιωτικού τομέα με αντίπαλο το εφοπλιστικό κεφάλαιο αλλά και το αστικό κράτος, που προσπαθούσε να κηρύξει την απεργία παράνομη, είναι δυνατό να υπάρξουν κατακτήσεις.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη νίκη έπαιξαν: i) τα επιθετικά αιτήματα των εργαζομένων, που δεν περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των κεκτημένων τους, αλλά διεκδίκησαν ακόμα καλύτερες συνθήκες εργασίας, ii) η μαχητική ενότητα και αποφασιστικότητα των απεργών, οι οποίοι άντεξαν παρά την τρομοκρατία, ασκώντας έναν πραγματικό εκβιασμό στο εφοπλιστικό κεφάλαιο που έχανε χρήματα από την απεργία, iii) η ζωντανή και συνεχής συζήτηση των απεργών μέσα από το σωματείο τους για το πώς θα συνεχίσουν τον αγώνα και πώς θα χειριστούν τη διαπραγμάτευση με την εργοδοσία, και iv) η αλληλεγγύη και η πολιτική στήριξη που εκφράστηκε στον αγώνα τους από φορείς και συλλογικότητες με σημαντική και τη δική μας συμβολή.
Παράλληλα, έχουν αρχίσει και στην Ελλάδα να αναπτύσσονται κινητοποιήσεις στις νέες μορφές εργασίας (πλατφόρμες, τηλεργασία, πολυεθνικές τηλεφωνικών κέντρων). Σημαντικό παράδειγμα για τη σύγχρονη εργατική τάξη στις πλατφόρμες ήταν ο αγώνας στην efood, που έδωσε καύσιμα για τη συνέχεια τόσο στους ίδιους τους εργαζομένους της efood όσο και στους εργαζομένους της Wolt. Ο αγώνας αυτός ανέδειξε νέα χαρακτηριστικά, όπως η κλιμάκωση με διάφορες μορφές, το ιδιόμορφο σαμποτάζ κατά της εταιρείας, αλλά και σημαντικά στοιχεία, όπως η μεγάλη συμμετοχή νέων και ασυνδικάλιστου κόσμου, η απόρριψη του νέου εργασιακού μοντέλου, η «ανάκτηση» της απεργίας ως μορφής εργατικής διεκδίκησης, με την κοινωνία να εκφράζει μαζικά την αλληλεγγύη της.
Οι αγώνες στην Teleperformance ενάντια στις συνθήκες γαλέρας έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ήταν από τις λίγες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια όπου πάλεψαν μαζί Έλληνες και μετανάστες από δεκάδες χώρες. Επιπλέον, αναπτύσσονται αντιστάσεις σε εργαζομένους που δουλεύουν με καθεστώς τηλεργασίας με βασικά ζητούμενα το ποιος επωμίζεται το κόστος του σπιτιού ως «γραφείου», πότε τελειώνει το ωράριο, αν η ψηφιακή επιτήρηση είναι νόμιμη και πώς οργανώνονται συλλογικά οι εργαζόμενοι.
Στο Δημόσιο αξιόλογη είναι η παρατεταμένη μάχη των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα για το ζήτημα της αξιολόγησης, αλλά και ευρύτερα ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, όπως και οι απεργιακές δράσεις στον χώρο της υγείας. Η μάχη ενάντια στην αξιολόγηση, που θα αποτελέσει και τον Δούρειο Ίππο για τις απολύσεις στο Δημόσιο, είναι έντονη κυρίως στην εκπαίδευση μέσα από την απεργία-αποχή. Παρότι έχουν περάσει κάποια χρόνια από όταν ξεκίνησε στους νεοδιόριστους η μάχη που συνέδεσε τη μονιμοποίηση με την αξιολόγηση, την οποία η κυβέρνηση επιλέγει να δίνει κυρίως μέσα από τη δικαστική οδό, με επικύρωση ή άρση της μονιμοποίησης από τα δικαστήρια ανά περιοχές, υπάρχει σημαντική μερίδα κόσμου που συνεχίζει χωρίς να υποκύπτει στους εκβιασμούς. Βέβαια, εκτός από τις δυνάμεις μας, όλες οι άλλες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ), παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, έχουν τραβηχτεί ουσιαστικά από τη μάχη, υποβαθμίζοντας συνεχώς το ζήτημα ή επικεντρώνοντας στον χαρακτήρα που θα έχει η αξιολόγηση και όχι στην ανατροπή της.
Οι ταξικές δυνάμεις και οι κινήσεις που συγκροτούνται σε μια αντικαπιταλιστική αντίληψη έχουν μικρή επίδραση σε κρίσιμα τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα και σε στρατηγικούς κλάδους, παρά τη –σε αρκετές περιπτώσεις– σημαντική εκλογική επιρροή τους σε συνδικάτα και κλάδους. Σε αγώνες, ωστόσο, όπου πρωταγωνίστησαν, η εξέλιξη και η δυναμική του αγώνα είναι συχνά καλύτερη.
3.4 Με βάση τη συνολική εικόνα των εργατικών αγώνων, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι γενικές απεργίες, ανεξάρτητα από το εκάστοτε πλαίσιο των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, αποκτούν πιο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς φαίνεται να εκφράζουν τη συνολική πολιτική δυσαρέσκεια και όχι τον αγώνα για κάποια επιμέρους συγκεκριμένη κατάκτηση. Το εργατικό κίνημα όμως, παρά τα ξεσπάσματά του, ακόμη και τα πιο μαζικά, παραμένει κίνημα διαμαρτυρίας και όχι αλλαγής των εξελίξεων. Γι’ αυτό, δεν ευθύνεται ο κόσμος που αγωνίζεται, αλλά τα χρόνια ελλείμματα κυρίως του εργατικού κινήματος και ο συνολικά αρνητικός πολιτικός συσχετισμός. Το θετικό χαρακτηριστικό μιας αντίδρασης στη γενικότερη πολιτική κατάσταση κρύβει ταυτόχρονα και την αρνητική πτυχή της μη πίστης ότι μπορούν να κερδηθούν επιμέρους ανατροπές νόμων.
Ως απότοκο, παρά την εντεινόμενη κυβερνητική φθορά, τις μαζικές κινητοποιήσεις του κόσμου σε κεντρικά γεγονότα, την εκλογική ενίσχυση της συνδικαλιστικής αριστεράς, οι αγώνες δυσκολεύονται να αναπτυχθούν ή να μαζικοποιηθούν σε περισσότερους κλάδους, ενώ κεντρικές μάχες γύρω από πολύ μεγάλα ζητήματα ήταν τελείως αναιμικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η μάχη για το 13ωρο, που πέρασε αναίμακτα, αλλά και οι αντιδράσεις για την «Κοινωνική Συμφωνία», που δεν συνοδεύτηκαν ούτε από μία απεργία. Για άλλα κομβικά λαϊκά προβλήματα (π.χ. ακρίβεια) έχουν γίνει ελάχιστα από το εργατικό κίνημα, ενώ σημαντικοί αγώνες, όπως αυτοί που δόθηκαν στην εκπαίδευση ή την υγεία, δεν έγιναν υπόθεση του ευρύτερου λαϊκού κινήματος. Το ίδιο έγινε και με τον μεγάλο αγώνα των αγροτών, που δεν αγκαλιάστηκε ουσιαστικά από το εργατικό κίνημα. Η μάχη ενάντια στους αιματοβαμμένους προϋπολογισμούς κυβέρνησης – ΕΕ έχει εκπέσει σε απλές διαμαρτυρίες και παιχνίδι ανακοινώσεων, δίχως καν την εθιμοτυπική προκήρυξη απεργίας από τη γραφειοκρατία. Αντίστοιχα, η δυναμική της ΔΕΘ ως παραδοσιακού αγωνιστικού κόμβου στην αρχή της «κινηματικής σεζόν» φαίνεται να αδυνατίζει.
Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση βλέπει τις αντιστάσεις και τους αγώνες των εργαζομένων ως πεδίο παρέμβασης, επιδιώκει να επικοινωνήσει με τις αδιαμόρφωτες και συχνά αντιφατικές διαθέσεις της εργατικής τάξης και δεν κοιτάζει αφ’ υψηλού τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Δεν αρκούμαστε στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τις ήττες, αλλά επιδιώκουμε να παρεμβαίνουμε στο διεκδικητικό πλαίσιο και στις μορφές των αγώνων. Καθήκον μας είναι να ενισχύουμε και κυρίως να οργανώνουμε τα ριζοσπαστικά, εν δυνάμει αντικαπιταλιστικά, στοιχεία του κινήματος και να παλεύουμε ενάντια στις πλευρές που το καθηλώνουν στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής.
Αναμετριόμαστε με τα κρίσιμα ερωτήματα. Αν και πώς μπορούν να νικήσουν οι αγώνες σήμερα; Πώς μπορούν να συμβάλουν στην ταξική ανασυγκρότηση; Πώς θα συμβάλουμε στην ανάπτυξη της τάσης χειραφέτησης; Ποιους δρόμους ξεχωρίζουμε για την επίτευξη αυτού του στόχου;
Επιδιώκουμε να ριχτούμε πιο αποφασιστικά, πιο συγκροτημένα, με προοπτική και εστίαση στη δουλειά βάσης, στην προσπάθεια ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος σε περιεχόμενο, αιτήματα, σύνδεση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, μορφές συσπείρωσης – συγκρότησης – δράσης. Ταυτοτικό στοιχείο της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης είναι η στράτευση στον δρόμο αυτό και η δημιουργία κοινωνικοπολιτικού ρεύματος και μορφών συγκρότησης που τον υπηρετούν.
4. Για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.
Για ένα κίνημα απελευθέρωσης της εργασίας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης
Στις προγραμματικές αρχές ίδρυσης της οργάνωσής μας υπογραμμίζουμε: «Η διαμόρφωση του εργατικού κινήματος χειραφέτησης αποτελεί καθοριστικό στόχο και βασική πλευρά/κριτήριο της παρέμβασής μας, είναι μια πορεία συνύπαρξης και αντιπαλότητας, ενότητας και αντιπαράθεσης του παλιού με το νέο, της τάσης απεγκλωβισμού από την αστική κυριαρχία με την τάση συμβιβασμού προς αυτήν. Η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση γεννά τάσεις και πρωτοβουλίες συλλογικής οργάνωσης και τροφοδοτεί μαζικές αντιστάσεις, ο χαρακτήρας, οι στόχοι, ο προσανατολισμός, οι μορφές συγκρότησης και πάλης και το αξιακό πλαίσιο των οποίων αποτελούν βέβαια το κρίσιμο διακύβευμα για την πορεία του εργατικού κινήματος. Εδώ κρίνεται και το καθήκον της επαναστατικής πρωτοπορίας, που από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων της τάξης και όχι του περιορισμού στην καλύτερη διαπραγμάτευση της εργασιακής δύναμης, θα συμβάλει σε ένα διαφορετικό εργατικό –με τη συνολική έννοια– κίνημα».
Σήμερα απαιτείται να δυναμώσει η πάλη για τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά και η σύνδεσή της με τη διεκδίκηση της κοινωνικής απελευθέρωσης και την απόσπαση μεγαλύτερου μέρους από τον πλούτο που παράγουμε μέχρι την οριστική κατάργηση της εκμετάλλευσης. Η πορεία οικοδόμησης ενός ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος αποτελεί κεντρικό πολιτικό καθήκον για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, τη βάση του αγώνα για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην κοινωνία και την αριστερά, την ενίσχυση της τάσης χειραφέτησης στην κοινωνία.
Δεν αναφερόμαστε απλώς στο «συνδικαλιστικό κίνημα». Μιλάμε για το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης, δηλαδή για το σύνολο των συνδικαλιστικών, των κοινωνικών και των πολιτικών μορφών οργάνωσής της, την κατεύθυνση, τον προσανατολισμό τους, την ιδεολογία και τις αξίες που το διαπερνούν, τη συγκρότηση της πρωτοπορίας. Υπό αυτή την έννοια, το συνδικαλιστικό κίνημα αποτελεί μια πλευρά του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης.
Επιδιώκουμε να παρέμβουμε με λογική μιας ριζικής τομής στο εργατικό κίνημα, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός ταξικού, πολιτικού εργατικού κινήματος. Το πολιτικό εργατικό κίνημα για το οποίο παλεύουμε αποτελεί την πρόταση μετασχηματισμού του μαζικού αγώνα για τα κοινωνικά και τα οικονομικά δικαιώματα σε συνολικό πολιτικό κίνημα ρήξης και ανατροπής. Ένα τέτοιο κίνημα έχει τη δυνατότητα να πολιτικοποιεί, να συνενώνει, να αφουγκράζεται τις ανησυχίες και εντέλει να αντιπαλεύει τα καθημερινά προβλήματα που πηγάζουν από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό καθώς και τα καταστροφικά αποτελέσματα που αυτός έχει για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Δεν αρκεί, ούτε είναι αποτελεσματική μια γραμμή-δράση που εξαντλείται στα όρια της πολιτικής γραμμής και στο πλαίσιο της δομής του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος ή στην απλή αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού εντός του, στην τύπου ΚΚΕ «άντληση συμπερασμάτων από τους αγώνες» (τα οποία θα εξαργυρώνονται σε εκλογική ενίσχυση στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα), στην επιστροφή σε έναν μαχητικό ρεφορμιστικό συνδικαλισμό για αμυντικούς αγώνες και ηρωικές κατακερματισμένες κινητοποιήσεις.
Η τομή που επιδιώκουμε στο εργατικό κίνημα είναι πολύπλευρη και αφορά:
α) Το περιεχόμενο του εργατικού κινήματος, με τη διαμόρφωση αντικαπιταλιστικών προγραμμάτων, στόχων και αιτημάτων πάλης, για να δημιουργηθούν ρήγματα στην αστική πολιτική και να βελτιωθεί η ζωή και το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης.
β) Τη δομή, τις μορφές οργάνωσης, την ανάγκη συγκρότησης του ανεξάρτητου πόλου και τις σχέσεις με το υπάρχον κίνημα.
γ) Τις μορφές πάλης και τη λογική της διεκδίκησης.
δ) Την ενότητα και τις κοινωνικές συμμαχίες του εργατικού κινήματος.
ε) Την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης.
στ) Τη συγκρότηση της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στις διάφορες μορφές της και την Ταξική Κίνηση, η οποία αποτελεί ανώτερη μορφή ενότητας πρωτοπόρων τμημάτων της πτέρυγας που κατανοούν την ανάγκη ριζικής τομής στο εργατικό κίνημα και συμβάλλουν σε αυτήν.
ζ) Την οικοδόμηση της κομμουνιστικής οργάνωσης.
4.1 Το περιεχόμενο του εργατικού κινήματος και η σύνδεση με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης
4.1.1 Το αντικαπιταλιστικό πλαίσιο στόχων πάλης αποτελεί πυλώνα της επαναστατικής τακτικής και έχει στόχο τη ρήξη και την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής. Αναδεικνύει, μέσα από την εμπειρία και την κίνηση των εργαζομένων, ότι η συνολική υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού πλαισίου στόχων πάλης απαιτεί επανάσταση και εργατική εξουσία. Το πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας είναι αυτό το οποίο προσανατολίζει την κατεύθυνση και τους στόχους του αντικαπιταλιστικού πλαισίου πάλης.
Η επιλογή των στόχων πάλης αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων και την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Οι στόχοι πάλης πρέπει να είναι κοινωνικά αναγκαίοι και κατανοητοί από την πλειονότητα των εργαζομένων, να τους κάνουν να αισθάνονται ότι η πάλη «έχει νόημα». Επιδιώκουμε να στηρίζονται στις ανάγκες των εργαζομένων και στις δυνατότητες της εποχής, όχι στα όρια του εφικτού ή στις «αντοχές» της επιχείρησης και της «εθνικής» οικονομίας.
Το πλαίσιο πάλης πρέπει να είναι σωστά δομημένο. Να περιλαμβάνει τόσο στόχους που μπορούν να υλοποιηθούν σήμερα, όσο και αυτούς που αναδεικνύουν τον πυρήνα της αντιπαράθεσης κεφαλαίου-εργασίας και προϋποθέτουν την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα από τη δημιουργία «ρηγμάτων» στην αστική-κυβερνητική πολιτική. Αυτοί οι τελευταίοι είναι που οδηγούν σε σύγκρουση με τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής του κεφαλαίου σήμερα, την πολεμική οικονομία και τον πόλεμο, το Σύμφωνο Σταθερότητας και την ΕΕ, την ανταγωνιστικότητα, την κερδοφορία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Η σύνδεση αυτή πρέπει να είναι διαρκής, πειστική και να χρωματίζει το πλαίσιο πάλης με μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση (βλ. Παράρτημα 7).
α) Τα προγράμματα πάλης υπερασπίζονται τη ζωή της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και εκφράζουν τον αναγκαίο, διαρκή και αποφασιστικό αγώνα τους για τη ζωή και τις ανάγκες τους. Αιτήματα που αφορούν τους μισθούς, τους όρους, τον χρόνο και την εντατικοποίηση της εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις και τον κατακερματισμό τους, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα στους χώρους εργασίας, την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και άλλα ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν σε χώρους δουλειάς είναι κομβικά για την πάλη. Ο αγώνας γι’ αυτά τα ζητήματα πρέπει να πολιτικοποιείται, ώστε να μπορεί να υπερβαίνει τα όρια οικονομικού («δεν βγαίνει διαφορετικά η επιχείρηση»), πολιτικού («είναι νόμοι ή επιταγές της κυβέρνησης ή της ΕΕ») ή ιδεολογικού χαρακτήρα («είναι ζήτημα εθνικού συμφέροντος») που θα θέτει ο αντίπαλος. Ταυτόχρονα, η πάλη ακόμα και για τα καθημερινά ζητήματα στους χώρους εργασίας μπορεί να δημιουργήσει συλλογικές αναπαραστάσεις αγώνα και να εντάξει στην πάλη εργαζομένους διαφορετικών επιπέδων συνείδησης.
β) Επιδιώκουμε τα προγράμματα πάλης να περιλαμβάνουν καθολικά και πολιτικά αιτήματα τα οποία θα εκφράζουν τα συνολικά εργατικά συμφέροντα και θα περιλαμβάνουν αυτοτελώς ανώτερους πολιτικούς στόχους· να ενοποιούν τους εργαζομένους και το κίνημά τους σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο, σε κοινούς στόχους σύγκρουσης με το κεφάλαιο, την ΕΕ, τον πόλεμο και τους πολιτικούς εκπρόσωπους του συστήματος· να στρέφονται ενάντια στη σχέση μισθών-κερδών, παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και κατανομής-ιδιοποίησής του που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό και επιδεινώνεται δραματικά σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων και προς όφελος του κεφαλαίου· να έρχονται σε σύγκρουση με τους εθνικούς-διεθνικούς δεσμούς του κεφαλαίου, των ολοκληρώσεων, των πολυεθνικών μονοπωλίων και κάθε κυβέρνησης που προωθεί την ουσία της πολιτικής του κεφαλαίου.
Ξεχωρίζουμε ιδιαίτερα το ζήτημα της αντιπολεμικής πάλης. Η αντιπολεμική πάλη δεν είναι ένας αγώνας «έξω από την παραγωγή», εφόσον ο πόλεμος δεν είναι κάπου «μακριά», καθώς πλέον μέσω και της πολεμικής οικονομίας έχει ενταχθεί οργανικά σε πολλούς κλάδους της παραγωγής, ενώ έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ακρίβεια και στην κατάσταση της οικονομίας. Στις καλύτερες παραδόσεις του εργατικού κινήματος η εργατική τάξη έδωσε τη μάχη ενάντια στον πόλεμο με τον δικό της προλεταριακό τρόπο σε περιεχόμενο, μορφές και μαχητικότητα στη δράση.
γ) Το εργατικό κίνημα ασχολείται με το σύνολο των προβλημάτων των εργαζομένων θέτοντας στόχους που αφορούν όλες τις πλευρές της ζωής της εργατικής τάξης (ειρήνη, δημοκρατία, περιβάλλον, στέγη, συνθήκες διαβίωσης, παιδεία, υγεία, πολιτισμός κ.λπ.). Ταυτόχρονα, το σωματείο αναπτύσσει μορφές αλληλεγγύης, καλλιεργεί την εργατική συλλογικότητα, αποτελεί στήριγμα για τον εργαζόμενο. Αν ένας εργαζόμενος σε έναν χώρο δουλειάς κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του από πλειστηριασμό, το σωματείο του πρέπει να είναι εκεί να δώσει τη μάχη. Αν σε μια περιοχή όπου βρίσκονται χώροι εργασίας τους οποίους εκπροσωπεί το σωματείο εκδηλωθεί κάποια περιβαλλοντική καταστροφή, το σωματείο χρειάζεται να παρέμβει.
δ) Τα αιτήματα και οι στόχοι «δένονται» άρρηκτα και αποκτούν πολιτικό νόημα από τον τρόπο με τον οποίο εντάσσονται στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, από την πολιτική και ιδεολογική δουλειά και στήριξη που τα συνοδεύει. Για παράδειγμα, το αίτημα για ενιαία εργασιακά δικαιώματα και ενιαία εργασιακή σχέση με σταθερή εργασία αποτελεί απάντηση στον κατακερματισμό των ειδικοτήτων, των συμβασιούχων, των προσωρινών εργαζομένων κ.λπ. Το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας ενοποιεί τον αγώνα των ανέργων και των εργαζομένων. Η διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεων και επιστροφής των κλεμμένων (π.χ. κανένας μισθός κάτω από 1.200 ευρώ) ενοποιεί την τάξη και τη φέρνει σε αντιπαράθεση με τα κέρδη του κεφαλαίου, στοχεύοντας στην ανατροπή των μνημονιακών νόμων.
Ο αγώνας για διπλασιασμό των κοινωνικών δαπανών έρχεται σε αντίθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και τις πολεμικές δαπάνες. Κορυφαίοι τέτοιοι στόχοι σήμερα είναι αυτοί που αφορούν τον πόλεμο (καμιά εμπλοκή στους πολέμους, έξω οι βάσεις και το ΝΑΤΟ, μείωση των στρατιωτικών δαπανών), η κατάργηση των «συμφώνων σταθερότητας» και των Ευρωμνημονίων διαρκείας, η απειθαρχία στην ΕΕ, η παύση πληρωμών και η διαγραφή του δημόσιου χρέους, οι εθνικοποιήσεις με εργατικό έλεγχο τραπεζών και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, η διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού. Έτσι, οδηγούνται οι εργαζόμενοι μέσα από την πάλη τους στην ανάγκη και στην αναζήτηση εναλλακτικής λύσης απέναντι στο κεφάλαιο, την ΕΕ, την κρίση, τις αστικές κυβερνήσεις και το αστικό κράτος διαρκούς «έκτακτης ανάγκης».
Συνολικά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή και μελέτη από την πλευρά μας. Απαιτείται πραγματικά επιστημονική δουλειά στη συγκρότηση των προγραμμάτων πάλης, η οποία να περιλαμβάνει: πολύ καλή γνώση του κλάδου και του χώρου, συγκεκριμένη ανάλυση των δρόμων και των κόμβων μέσα από τους οποίους υλοποιείται η αστική πολιτική, σωστό υπολογισμό του επιπέδου συνείδησης και των διαθέσεων των εργαζομένων, συνδυασμό των στόχων που μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα και αυτών που προϋποθέτουν ριζική μετακίνηση του συσχετισμού δυνάμεων, πειστική πολιτική σύνδεση άμεσου-γενικότερου.
4.1.2 Το πρόγραμμα πάλης εξειδικεύεται στους κλάδους και στα επίδικα της περιόδου ιεραρχώντας ποια ζητήματα θα έρθουν πιο ψηλά ή θα γίνουν πιο αιχμηρά. Μια παρουσίαση αιτημάτων και στόχων πάλης για την περίοδο είναι η παρακάτω:
Να χάσουν τα κέρδη τους, να ζήσουμε εμείς!
● Ριζικές αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις τουλάχιστον κατά 30%, κανένας μισθός και σύνταξη κάτω από 1.200 ευρώ καθαρά. Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, ώστε να προστατεύεται τα λαϊκό εισόδημα από την αχαλίνωτη ακρίβεια. Μείωση του χρόνου εργασίας, 5ήμερο ‒ 6ωρο ‒ 30ωρο. Υπογραφή και εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Μόνιμη και σταθερή δουλειά, όχι στις απολύσεις και στην ελαστική εργασία. Κατάργηση όλου του αντεργατικού νομοθετικού πλαισίου.
● Αφορολόγητο 14.000 ευρώ και 4.000 ευρώ για κάθε παιδί. Επίδομα ανεργίας για όλους τους ανέργους χωρίς προϋποθέσεις, ίσο µε τον βασικό μισθό.
● Κατάργηση του Ν. Χατζηδάκη και απειθαρχία στην εφαρμογή του, καµία εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ, όχι στις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες!
●Κατάργηση της αξιολόγησης στο Δημόσιο, καμία σκέψη για συνταγματική αναθεώρηση με ελεύθερες απολύσεις των δημόσιων υπαλλήλων. Ενάντια στον νέο πειθαρχικό κώδικα καταστολής για τους δημόσιους υπαλλήλους.
● Όχι στην εργοδοτική τρομοκρατία. Κατάργηση των αξιολογήσεων στον ιδιωτικό τομέα και της σύνδεσής τους με τη μισθολογική άνοδο.
● Πραγματικός έλεγχος των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας από τους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, με δυνατότητα άμεσης παύσης εργασιών όπου δεν τηρούνται τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Στελέχωση και αναβάθμιση του ΣΕΠΕ με πρόγραμμα ετήσιων υποχρεωτικών ελέγχων για όλες τις επιχειρήσεις και με παρουσία εκπροσώπων του εκάστοτε σωματείου. Προστασία της ψυχικής υγείας των εργαζομένων, ενάντια στον εργοδοτικό εκφοβισμό και το mobbing στους χώρους δουλειάς.
● Κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων. Πλήρη σύνταξη στα 30 χρόνια εργασίας ή στα 58 (για άνδρες) και στα 55 (για γυναίκες). Θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος στα 25 χρόνια υπηρεσίας χωρίς όριο ηλικίας. Σύνταξη ίση με το 80% του ύψους του τελευταίου μισθού.
● Επαναφορά 13ης και 14ης σύνταξης. Ουσιαστικές αυξήσεις σε όλες τις συντάξεις (στο σύνολο των αποδοχών και όχι μόνο στη βασική σύνταξη). Καμιά σύνταξη κάτω από 1.200 ευρώ. Κατάργηση της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης. Να καταργηθεί η «προσωπική διαφορά» που εμποδίζει τις πραγματικές αυξήσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους. Δωρεάν δημόσια υγεία και φαρμακευτική περίθαλψη. Επαναφορά του ΕΚΑΣ σε χαμηλοσυνταξιούχους που το στερήθηκαν. Άμεση καταβολή των αναδρομικών ποσών για τις περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), για όλους τους συνταξιούχους.
● Όχι στην τηλεργασία χωρίς συναίνεση του εργαζομένου και σε μεθόδους επιτήρησης και ελέγχου για τη διεξαγωγή της.
● Όχι στην υποκατάσταση θέσεων εργασίας από τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Αποκλειστική χρήση προγραμμάτων από τους εργαζομένους, με δωρεάν παροχή από τις εταιρείες, ώστε να διευκολύνουν την εργασία τους.
● Κρατικοποίηση με εργατικό ‒ κοινωνικό έλεγχο όλων των κρίσιμων τομέων της παραγωγής, χωρίς αποζημίωση στους καπιταλιστές και με τον έλεγχο των εργαζομένων. Δωρεάν πρόσβαση για όλους και όλες σε υγεία και παιδεία. Αποκλειστικά δημόσια υγεία, παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, συγκοινωνίες, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, υποδομές, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια. Απειθαρχία και σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ για απελευθέρωση των αγορών. Ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και της επιχειρηματικής λειτουργίας στους τομείς αυτούς. Έξω τώρα η Hellenic Train από τον σιδηρόδρομο χωρίς αποζημίωση.
● Πάλη απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ, ενάντια στα ματωμένα πλεονάσματα και στη θηλιά των δημοσιονομικών περιορισμών, για έξοδο από ευρώ ‒ ΕΕ.
● Άμεση κατάργηση του ΦΠΑ και πλαφόν στις τιμές για τα τρόφιμα και τα βασικά είδη. Γενναία φορολόγηση των κερδών και της μεγάλης ιδιοκτησίας.
● Προστασία του δικαιώματος στη στέγαση. Κατάργηση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, δημόσιο πρόγραμμα εργατικής και κοινωνικής κατοικίας, πλαφόν στα ενοίκια. Αξιοποίηση του τεράστιου κτιριακού αποθέματος των δήμων, του Δημοσίου, των ταμείων, των τραπεζών και της εκκλησίας για τη στέγαση των κατοίκων.
● Διεύρυνση των λαϊκών ελευθεριών και όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων. Συνδικαλιστικές ελευθερίες δικαίωμα στη διαδήλωση, στην απεργία και στην ελεύθερη συνδικαλιστική δράση απέναντι στους αντεργατικούς νόμους. Διάλυση των ΜΑΤ, ΔΙΑΣ, ΟΠΚΕ, Δράση. Δικαιοσύνη ενάντια στη χυδαία συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών και της Πύλου.
● Όχι στις διακρίσεις λόγω φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού.
● Αγώνας για την ισότητα των φύλων. Προστασία της μητρότητας και γονεϊκά δικαιώματα για όλους τους εργαζόμενους γονείς.
● Αντιπαλεύουμε τον φασισμό και τον ρατσισμό! Άσυλο, στέγη και χαρτιά σε πρόσφυγες και µετανάστες. Ίσα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών συµµοριών.
● Ανατροπή των γιγαντιαίων εξοπλιστικών προγραμμάτων και των πολεμικών προϋπολογισμών. Λεφτά για παιδεία, υγεία και τις κοινωνικές ανάγκες, όχι για τους πολεμικούς εξοπλισμούς.
● Απεμπλοκή της Ελλάδας από τους πολέμους και το ΝΑΤΟ. Λευτεριά στην Παλαιστίνη. Διακοπή κάθε σχέσης με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Απέναντι στον ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό. Όχι στις ΑΟΖ και στις εξορύξεις. Άμεση απεμπλοκή της Ελλάδας από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, την Ερυθρά Θάλασσα και τις πολεμικές επιχειρήσεις. Δικαίωμα στη ζωή και στην ειρήνη, με αλληλεγγύη στους εργαζομένους/ες αυτού του κόσμου ενάντια στα μεγάλα συμφέροντα που θέλουν εμάς και τα παιδιά μας κρέας για τα κανόνια τους, για τα κέρδη τους, για τον ανταγωνισμό για την κυριαρχία στον πλανήτη.
● Προστασία του περιβάλλοντος χωρίς αλόγιστη εκμετάλλευσή του. Πάλη για δημόσιους ελεύθερους χώρους, για την προστασία δασών και αιγιαλών. Καμία νέα εξόρυξη ορυκτών πόρων σε στεριά και θάλασσα. Ακύρωση των σχεδίων για εξορύξεις ορυκτών πόρων στις διεθνείς θάλασσες (ΑΟΖ). Στήριξη της φτωχομεσαίας αγροτιάς απέναντι στην καπιταλιστική καταλήστευσή της και στους μεσάζοντες που αυξάνουν τις τιμές. Για υγιεινή διατροφή, φθηνή για τους καταναλωτές.
4.2 Οι μορφές οργάνωσης του εργατικού κινήματος: εντός, εκτός και εναντίον
α) «Οι κομμουνιστές είναι εκεί όπου βρίσκονται οι εργάτες». Αυτή είναι η βασική αρχή για κάθε κομμουνιστή και κομμουνίστρια. Αν οι εργάτες σε έναν χώρο δουλειάς ή κλάδο βρίσκονται σε ένα μαζικό ρεφορμιστικό ή και εργοδοτικό συνδικάτο, οι κομμουνιστές παρεμβαίνουν σε αυτό, αναζητώντας, φυσικά, κάθε φορά τον τρόπο και τις μορφές με τα οποία θα το υπερβαίνουν, ώστε να εκφράζονται πιο αποτελεσματικά τα εργατικά συμφέροντα. Αν οι εργάτες βρίσκονται έξω από το συνδικάτο (π.χ. δεν καλύπτει τους ελαστικά εργαζομένους, τους εργολαβικούς κ.λπ.), τότε οι κομμουνιστές, με το ίδιο ακριβώς κριτήριο, θα «διασπαστούν» από τη γραφειοκρατία, για να βρεθούν μέσα στη μάζα των ελαστικά εργαζομένων.
Επιπλέον, μπορεί να επιλέγεται ο συνδυασμός μορφών και μεθόδων δουλειάς. Πρώτα και κύρια, βεβαίως, χρειάζεται να οργανωθεί η τεράστια πλειονότητα των εργαζομένων, που παραμένει ασυνδικάλιστη, να μαζικοποιήσει και να επαναοικειοποιηθεί τα σωματεία. Χρειάζεται παρουσία, παρέμβαση και αγώνες «εντός, εκτός και εναντίον» του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, πάντα με αδιαπραγμάτευτο όρο την αυτοτελή παρουσία της εργατικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν αντικαθιστά την υπομονετική κοπιώδη δουλειά που είναι αναγκαία να γίνει με την πλειοψηφία των εργαζομένων για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.
β) Βασική μορφή οργάνωσης των εργαζομένων είναι τα συνδικάτα του χώρου δουλειάς τα οποία ενοποιούν όλους τους εργαζομένους ανεξάρτητα από ειδικότητα, σχέση εργασίας ή εθνικότητα. Υπό αυτή την έννοια, προκρίνουμε σωματεία που μπορούν προκηρύσσοντας μια απεργία να νεκρώσουν το σύνολο της επιχείρησης καλύπτοντας όλους τους εργαζομένους, άρα σωματεία κλαδικά και όχι ομοιοεπαγγελματικά. Τα κλαδικά σωματεία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην παρέμβαση σε έναν κλάδο, γιατί μπορούν να ενοποιήσουν τις διεκδικήσεις σε όλο τον κλάδο, συμβάλλοντας στην ενότητα των αγώνων και της ίδιας της τάξης, αλλά και γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό διασποράς, μικροεπιχειρήσεων, όπου είναι αδύνατο να συγκροτηθούν επιχειρησιακά σωματεία. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα κλαδικά σωματεία παίζουν σημαντικό ρόλο στην παρέμβαση σε μεγάλους στρατηγικούς χώρους δουλειάς, όπου δεν έχουν συγκροτηθεί επιχειρησιακά σωματεία ή είναι εργοδοτικά (π.χ. μέταλλο).
γ) Παρατηρούμε ότι πολλές φορές η οργάνωση συλλογικής μορφής έκφρασης των εργαζομένων μέσα στην ίδια την επιχείρηση, παρότι μπορεί να είναι πιο δύσκολη και επικίνδυνη (η εργοδοσία συνήθως προσπαθεί να τα καταστείλει/απομονώσει ή να τα ελέγξει με «δικούς» της ανθρώπους), μπορεί όμως και να έρθει σε στενότερη επαφή με τα προβλήματα των εργαζομένων και να τους εμπλέξει στη συλλογική δράση. Με αυτό το πρίσμα συμμετέχουμε σε επιχειρησιακά σωματεία ή, αν δεν υπάρχουν, συγκροτούμε σωματειακές επιτροπές σε κατεύθυνση συγκρότησης και επιχειρησιακών σωματείων. Τα κλαδικά σωματεία πρέπει να έχουν στόχο να οικοδομούν επιτροπές ανά χώρο δουλειάς, να συμβάλλουν στη δημιουργία ταξικών επιχειρησιακών σωματείων και όχι να γίνονται μοχλός «κομματικής» αντιπαράθεσης και καταστροφικού ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρησιακού και κλαδικού σωματείου.
δ) Κρίσιμο στοιχείο στη λογική μας για το εργατικό κίνημα είναι να ενοποιείται η πάλη των εργαζομένων στους χώρους εργασίας. Η διάρθρωση του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στους χώρους των πρώην ΔΕΚΟ, βρίσκεται σε αντιστοιχία με την αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων που επιδιώκει το κεφάλαιο. Έτσι, βλέπουμε σε κλάδους εργασίας να υπάρχουν 5 και 6 διαφορετικά σωματεία ανά ειδικότητα στην ίδια επιχείρηση (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, τράπεζες) ή σε πολλά σωματεία να μην έχουν δυνατότητα συμμετοχής όσοι βρίσκονται με εργολαβίες ή βραχυχρόνιες συμβάσεις ή, τέλος, να μην υπάρχει αποδοχή του δυναμικού των μεταναστών. Ειδικά σε σωματεία που σχετίζονται με δήμους ή με το Δημόσιο, ήταν επιλογή να μη δέχονται εργαζομένους με βραχυχρόνιες σχέσεις εργασίας, οι οποίοι μπορεί αντικειμενικά να είχαν μεγαλύτερη εξάρτηση από εργοδοτικές ή αστικές δυνάμεις, ώστε να μπορέσουν να ανανεώσουν τις συμβάσεις, από την άλλη όμως ως το πιο πληβειακό αλλά και μαζικό δυναμικό σε αυτούς τους χώρους είναι αυτό που μπορεί να βγει πιο δυναμικά και διεκδικητικά στους αγώνες.
Σε αντίστοιχες περιπτώσεις παλεύουμε όλοι οι εργαζόμενοι να συμμετέχουν στο σωματείο τους και, εφόσον η γραφειοκρατία το αρνείται, προωθούμε αποφασιστικά μορφές οργάνωσης της άτυπης και ελαστικής εργασίας, ώστε οι εργαζόμενοι να είναι καλυμμένοι συνδικαλιστικά. Η οργάνωσή μας έχει πλούσια πείρα από τέτοιες μορφές, παρά την υποχώρηση τα τελευταία χρόνια. Η εμπειρία του ΣΜΤ, όπου συμμετέχει ο κόσμος που δουλεύει με μπλοκάκι, η οργάνωση των ειδικευόμενων στα νοσοκομεία, τα συντονιστικά των αναπληρωτών στην εκπαίδευση και άλλες τέτοιες μορφές πρέπει να αξιοποιηθούν.
ε) Όπου και αν βρισκόμαστε επιδιώκουμε τη δημοκρατική οργάνωση-διάρθρωση του κινήματος, με τους εργαζομένους που αγωνίζονται στο «τιμόνι του αγώνα». Με συνελευσιακές διαδικασίες βάσης και εργατικής δημοκρατίας, με αγώνες στα χέρια των εργαζομένων, οι οποίοι θα αποφασίζουν και θα καθορίζουν τις μορφές, το περιεχόμενο και την εξέλιξη του αγώνα κόντρα στην αναμονή «από τα πάνω». Τα διοικητικά συμβούλια πρέπει να εκφράζουν τα συμφέροντα και τις διαθέσεις των εργαζομένων δίνοντας προτεραιότητα στις γενικές συνελεύσεις και όχι λειτουργώντας αποκομμένα από τη βάση των σωματείων.
Αντίστοιχα, οι θέσεις του προεδρείου σε ένα σωματείο παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του σωματείου (καθορίζουν την ημερήσια διάταξη, προωθούν ή εμποδίζουν την υλοποίηση αγωνιστικών αποφάσεων, προτείνουν συνελεύσεις κ.λπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, είμαστε ριζικά αντίθετοι με την ψήφιση «αντιπροσωπευτικών προεδρείων», χαρίζοντας θέσεις στον κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό. Γενικά, προτείνουμε προγραμματικά προεδρεία (όπου υπάρχει τέτοια δυνατότητα) ή έστω αγωνιστικά προεδρεία, δηλαδή προεδρεία που αποτελούνται από αγωνιστικές δυνάμεις, ανεξάρτητες από την εργοδοσία, οι οποίες δεν υπονομεύουν και δεν διαλύουν τη δράση του σωματείου. Στην περίπτωση στην οποία δεν μπορεί να συγκροτηθεί τέτοιο προεδρείο διεκδικούμε τη θέση που αντιστοιχεί σε αυτό που ψήφισαν οι εργαζόμενοι, χωρίς καμιά συναλλαγή ή συμφωνία με εργοδοτικές δυνάμεις.
Τέλος, ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με τη λογική του ΚΚΕ, που μετατρέπει τα σωματεία και τα συνδικάτα σε απλούς ιμάντες μεταβίβασης της κομματικής του γραμμής. Η αντίληψη αυτή απονεκρώνει τα σωματεία, απομαζικοποιεί τη βάση τους, δυσχεραίνει την όποια δυνατότητα μπορεί να είχαν για ανάπτυξη ανατρεπτικών αγώνων και τα μετατρέπει πολλές φορές σε εκλογικούς μηχανισμούς χωρίς ζωή και παρέμβαση στους χώρους δουλειάς. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η κατάσταση του ΕΚ Πειραιά και του ΣΕΗ, που είχαν αναπτύξει το προηγούμενο διάστημα μια δυναμική, η οποία όμως φθίνει, αλλά και μιας σειράς άλλων κλαδικών σωματείων, που είναι ενεργά μόνο στις εκλογές.
στ) Υπερασπίζουμε την πλήρη ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος από το κράτος και την εργοδοσία, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το νέο ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργείται από την εφαρμογή του Ν. Χατζηδάκη. Ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός αποδεικνύεται ότι κινείται σε γραμμή αποδοχής και διευκόλυνσης της εφαρμογής του νόμου. Οδηγεί σε μια νέα κατάσταση, όπου το κράτος θα επιτύχει τον πλήρη ασφυκτικό έλεγχο και την απονεύρωση των σωματείων.
Οι ρυθμίσεις του νόμου στοχεύουν πρωτίστως στον ταξικό αγωνιστικό συνδικαλισμό, επιδιώκοντας να ενισχύσουν έναν συνδικαλισμό «τύπου ΓΣΕΕ» του κοινωνικού εταιρισμού, κατεύθυνση η οποία θα ενταθεί με τον νόμο για την «Κοινωνική Συμφωνία» και τον χαρακτήρα που θα έχουν οι νέες ΣΣΕ. Αντίστοιχα στο Δημόσιο, η προσπάθεια να εμπεδωθεί-εφαρμοστεί η αξιολόγηση μαζί με το νέο Πειθαρχικό, εκτός από το ότι θα ανοίξει τον δρόμο για την άρση μονιμότητας και τις απολύσεις, θα δημιουργήσει ασφυκτικό περιβάλλον φίμωσης και ιεραρχίας, όπου ο συνδικαλισμός θα τελεί υπό διωγμό (π.χ. διώξεις απεργών στην εκπαίδευση, αγωνιστών/τριών) και οι εργαζόμενοι θα είναι πλήρως υποταγμένοι στους προϊστάμενους και στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική.
Συμβάλλουμε να διευρυνθούν τα σωματεία που απορρίπτουν τις ηλεκτρονικές διαδικασίες και το ΓΕΜΗΣΟΕ, διαμορφώνοντας ένα ρεύμα που θα σπάει το κυβερνητικό πλαίσιο λειτουργίας των σωματείων, θα αντιτίθεται στον εργοδοτικό συνδικαλισμό και θα πιέζει το ΠΑΜΕ και άλλες αγωνιστικές δυνάμεις. Σε αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ζήτημα είναι να εκφραστεί ένα ρεύμα ταξικών σωματείων που θα κάνουν πράξη τη γραμμή ανυπακοής.
ζ) Επιδιώκουμε τη δημιουργία νέων ταξικών σωματείων, πρώτα και κύρια όπου δεν υπάρχουν. Οι επιτροπές και οι συνελεύσεις αγώνα μπορούν να αποτελέσουν το πρόπλασμα για το στήσιμο των σωματείων. Ιδιαίτερα συμβάλλουμε σε τέτοιες μορφές εκεί όπου το σωματείο, η ομοσπονδία, το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα δεν θέλουν ή δεν μπορούν, εκεί όπου οι συσχετισμοί είναι παγιωμένοι και κυριαρχεί ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός.
Όπου δεν μπορούν να στηθούν σωματεία ή υπάρχουν ιδιαίτερες συνθήκες, εργαζόμαστε για νέες μορφές συγκρότησης της εργατικής τάξης, έξω από το πλαίσιο του κυρίαρχου συνδικαλισμού, όπως η συγκρότηση επιτροπών αγώνα και συνελεύσεων σε επίπεδο κλάδου ή επιχείρησης, ως άτυπες ή και «τυπικές» δομές εργατικής δράσης και αλληλεγγύης. Ένας τέτοιος προσανατολισμός μπορεί να φέρει νέα προοπτική συσπείρωσης συνδικαλισμένων και ασυνδικάλιστων εργαζομένων· δεν είναι απλώς το πολιτικο-συνδικαλιστικό σχήμα που αυτοαναγορεύεται σε επιτροπή αγώνα.
Η επιτροπή αγώνα συσπειρώνει σε πρώτη φάση τις πιο αγωνιστικές τάσεις των εργαζομένων και της νεολαίας. Οι επιτροπές και οι συνελεύσεις αποτελούν οργανικό τμήμα –μαζί με τα αγωνιστικά σωματεία– ενός άλλου κέντρου αγώνα που επιδιώκουμε να δημιουργηθεί. Οι ανοιχτές μαζικές επιτροπές αγώνα βάσης/σωματείου, η δημιουργία νέων σωματείων που καλύπτουν «ακάλυπτα» κομμάτια της τάξης (π.χ. leasing, συμβασιούχοι) μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της αγωνιστικής δράσης στους χώρους δουλειάς, χωρίς ή και ενάντια στις γραφειοκρατικές πλειοψηφίες και στους συσχετισμούς των ΔΣ.
Γενικά, είναι κρίσιμο να αναζητούμε και να τολμούμε μορφές συγκρότησης «εντός» και «εκτός», ώστε, από τη μία, να τσακίσουμε τη γραμμή της υποταγής και, από την άλλη, να υπερβαίνουμε τη γραμμή του αγωνιστικού ρεφορμισμού (ΠΑΜΕ), που σε πολλές περιπτώσεις καθηλώνει τα αγωνιστικά σκιρτήματα και τις αγωνιστικές διαθέσεις.
η) Επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε έναν άλλο πόλο μέσα στο εργατικό κίνημα, με κέντρα αγώνα μέσα από διαδικασίες συντονισμού των αγωνιστικών ταξικών σωματείων αλλά και με τον συντονισμό των γενικών συνελεύσεων, των επιτροπών αγώνα και των πρωτοπόρων εργαζομένων. Τα κέντρα αγώνα θα επιδιώκουν να διαμορφώνουν αγωνιστικό σχέδιο και να ξεπερνούν τα εμπόδια του αστικοποιημένου συνδικαλισμού που δεν θέλει την οργάνωση αγώνων ανατροπής.
Όσο η πανεργατική οργάνωση μένει στην αποκλειστικότητα της ΓΣΕΕ και η αντιπολίτευση σε αυτήν στο επίπεδο του συνολικού εργατικού κινήματος στο ΠΑΜΕ, δεν θα σηματοδοτείται και δεν θα μορφοποιείται ένας άλλος τρίτος πόλος στο εργατικό κίνημα.
Σήμερα έχουμε σημαντική υποχώρηση σε αυτό το ζήτημα. Σε αυτή την εξέλιξη αποτυπώνονται οι αρνητικοί συσχετισμοί και η διαφορετική προσέγγιση μιας σειράς δυνάμεων που το υποτιμούν και το υπονομεύουν. Κάνουμε προσπάθεια να συγκροτήσουμε έναν τέτοιο πόλο μέσα από τον συντονισμό σωματείων, συλλογικοτήτων και συνδικαλιστών επιδιώκοντας την ανάπτυξή του, την πανελλαδικοποίησή του και τη μονιμοποίηση της λειτουργίας του. Υπάρχουν όμως και άλλοι συντονισμοί κλαδικοί, όπως είναι των σωματείων στην εκπαίδευση, που οργανώνουν από κοινού την αντίσταση στην επίθεση που δέχεται ο κλάδος και την αντεπίθεση του εκπαιδευτικού κινήματος.
4.3 Η λογική της διεκδίκησης και μορφές πάλης
Παλεύουμε για να σπάει η αγωνιστική απραξία, να ενισχύονται οι διαθέσεις αντίστασης, να ξεπερνούν οι αγώνες τη διαμαρτυρία, να πετυχαίνουν μικρές και μεγάλες νίκες απέναντι στην εργοδοσία. Έχει μεγάλη σημασία οι αγώνες να ξεπερνούν τον τυπικό/συμβολικό χαρακτήρα. Να επιλέγονται αιτήματα τα οποία αγκαλιάζει η πλειονότητα των εργαζομένων και αποφασίζονται από τους ίδιους με διαδικασίες συνέλευσης, διεκδικούν όσο είναι δυνατόν ευρύτερη στήριξη, έχουν πολυμορφία και, τέλος, σφραγίζονται από αποφασιστικότητα στις μορφές πάλης.
Το ζήτημα της αποφασιστικότητας στις μορφές πάλης έχει μεγάλη σημασία στην εποχή μας, καθώς οι αγώνες έρχονται όλο και πιο πολύ αντιμέτωποι με τα στενά όρια της νομιμότητας, αλλά και την κυριαρχία του «λεγκαλισμού» μέσα στο εργατικό κίνημα. Μέχρι τώρα, όλα τα τελευταία χρόνια δεν έχει υπάρξει κανένας σοβαρός αγώνας (από τους εκπαιδευτικούς έως την ΠΕΝΕΝ το καλοκαίρι) που να μην ήρθε σε σύγκρουση και να μη χρειάστηκε να παραβιάσει τον νόμο. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να κατακτιούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις (στήριξη στους εργαζομένους, μαζική αποδοχή κ.λπ.). Παράλληλα, επιδιώκουμε τη συνένωση και τη συνολικοποίηση των επιμέρους μετώπων και κλάδων σε πανεργατική κατεύθυνση, στον πολιτικό αγώνα ενάντια στον «κοινό εχθρό».
Η επιλογή των μορφών πάλης είναι σοβαρό ζήτημα, ειδικά σε συνθήκες αυταρχικής θωράκισης του κράτους και οικονομικής ασφυξίας για τους εργαζομένους. Απαιτούν συγκεκριμένη κάθε φορά μελέτη. Επιλέγονται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του κινήματος, τον συσχετισμό δύναμης και τις διαθέσεις των εργαζομένων, με σκοπό όμως όχι να τις καθηλώσουν, αλλά να τις προωθήσουν. Οι μορφές, έτσι, μπορεί να εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια μιας μάχης και οι εργαζόμενοι να κρίνουν πότε θα τις οξύνουν αποφασιστικά (π.χ. πολυήμερη απεργία ή κατάληψη), ενώ πρέπει να γίνεται και η απαραίτητη προετοιμασία για να μπορούν να στηριχθούν (απεργιακά ταμεία). Ταυτόχρονα, ισχυρό όπλο σε κάθε αγώνα είναι η κοινωνική συναίνεση και η ευρύτερη λαϊκή συστράτευση, που πρέπει να κερδίζονται τόσο μέσα από την κοινωνική εικόνα και την εξωστρέφεια του αγώνα, όσο και μέσα από πρωτοβουλίες προς τον λαό (π.χ. μοίρασμα αγροτικών προϊόντων από τους αγρότες στις κλειστές εθνικές οδούς).
Οι αποφασιστικές μορφές αγώνα σε συνδυασμό με τον βαθύτερο συντονισμό τους συνιστούν έναν πολιτικό εκβιασμό που μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση και νίκη. Αυτή η λογική βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την απραξία του αστικοποιημένου εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού και τους αγώνες διαμαρτυρίας, χωρίς μάχη, του ΠΑΜΕ.
4.4 Για την ενότητα και τις κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης
«Η εργατική τάξη θα απελευθερώσει τον εαυτό της, απελευθερώνοντας όλη την κοινωνία». Με αυτή τη βασική μαρξιστική αρχή πρέπει να αντιμετωπίσουμε το επόμενο διάστημα, με έναν άλλο πλατύτερο τρόπο, τον πολιτικό ρόλο του εργατικού κινήματος. Και μάλιστα να εστιάσουμε σε αυτό το τμήμα της σύγχρονης εργατικής τάξης το οποίο μπορεί μέσα από τη δική της ηγεμονία να αναδείξει τις δυνατότητες ενός νέου κόσμου και να ενοποιήσει την κοινωνία.
Με δεδομένη τη συνολική κατάσταση της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και τη χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτό, το καθοριστικό και τελικό κριτήριο της παρέμβασης των πολιτικών πρωτοποριών είναι η δοκιμασία της πράξης στην ταξική πάλη για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης από όσους ανήκουν σε αυτήν ή από όσους διάλεξαν να στοιχηθούν μαζί της, με λογική ταξικής ανασυγκρότησης.
Είναι η ευρύτερη δυνατή αγωνιστική ταξική ενότητα των εργαζομένων και όχι τυπικά η «ενότητα» εντός του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος. Στο κριτήριο της αγωνιστικής ταξικής ενότητας πρέπει να υποτάσσονται οι μορφές συσπείρωσης που προκρίνουμε, η δράση μας στα σωματεία, οι όποιες συμμαχίες μας σε χώρους, πρωτοβάθμια σωματεία ή δευτεροβάθμια όργανα, η τακτική μας σε περιόδους κινήματος αλλά και άπνοιας, αλλά και η γραμμή αντιπαράθεσης με μη ταξικές, μη χειραφετητικές λογικές ή η επικοινωνία με ριζοσπαστικές τάσεις (αυθόρμητες ή ημισυνειδητές).
α) Βασικός στόχος και όρος για τη νίκη των αγώνων είναι η εξασφάλιση της ενότητας της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη, λόγω της αποξένωσης και του κατακερματισμού της στον χώρο εργασίας –πολύ περισσότερο στο σύνολο της καπιταλιστικής οικονομίας μιας χώρας ή στις περιπτώσεις εργαζομένων σε πολυεθνικά μονοπώλια, στον «καπιταλισμό της πλατφόρμας» και στην τηλεργασία–, γίνεται πιο επιρρεπής στην αποδοχή της αντίληψης για διαφοροποίηση των συμφερόντων μεταξύ των εργαζομένων μιας επιχείρησης, στον συντεχνιασμό, στην ατομική επιδίωξη-διεκδίκηση καλύτερης αμοιβής, σε ανταγωνιστικές συμπεριφορές για επιδίωξη υπηρεσιακής ανέλιξης-καριέρας σε βάρος της συλλογικότητας. Η ενότητα της τάξης αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον στην εποχή στην οποία, από τη μια, η εργατική τάξη γίνεται εξαιρετικά πολυάριθμη και η συγκέντρωση σε τεράστιες πολυεθνικές, πολυκλαδικές επιχειρήσεις αναπτύσσεται, αλλά, από την άλλη, είναι εξαιρετικά κατακερματισμένη, με πλήθος διαστρωματώσεων.
Εντός της εργατικής τάξης υπάρχει (βλ. Μέρος Α) μια τεράστια ποικιλία διαφορετικών καταστάσεων (από τον φτωχό μετανάστη εργάτη/τρια της Μανωλάδας μέχρι τον μορφωμένο εργαζόμενο των νέων τεχνολογιών), διαστρωματώσεων εντός του ίδιου χώρου δουλειάς (γιατροί-νοσηλευτές στην υγεία, κατώτερο κομμάτι των τεχνικών-οικοδόμοι στις κατασκευές), εργασιακών σχέσεων (σταθερές-ελαστικές μορφές απασχόλησης), εθνικών διαιρέσεων (τεράστια τμήματα της τάξης χωρίς δικαιώματα και οργάνωση είναι νόμιμοι ή μη μετανάστες), διακρίσεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, ακόμα και έμφυλων διακρίσεων σε βάρος των γυναικών της εργατική τάξης. Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός αν δεν οικοδομούσε όλη αυτή την κατάσταση πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης. Άρα το θέμα της ενότητας της τάξης αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για τους εργαζομένους.
Η βαθύτερη ενοποιητική βάση για το σύνολο της εργατικής τάξης είναι η συνθήκη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης από τους κεφαλαιοκράτες. Σε κάθε χώρο δουλειάς και κλάδο πρέπει να διαμορφώνουμε αιτήματα που να ξεκινούν από τις ανάγκες των πιο «καταπιεσμένων», «κατώτερων» τμημάτων της εργατικής τάξης και να τίθενται με τρόπο που να οικοδομούν προϋποθέσεις αγωνιστικής ταξικής ενότητας όλης της τάξης. Να καταπολεμούμε τις συντεχνιακές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στα κομμάτια της και να προβάλλουμε ένα συνολικό πλαίσιο (όχι μόνο αιτημάτων ή συνδικαλιστικών αιχμών), το οποίο φέρνει στο προσκήνιο αυτήν ακριβώς τη βαθύτερη ενοποιητική βάση, ενοποιώντας τους στόχους και τις μορφές δράσης σε ανώτερο επίπεδο. Τέλος, να πολιτικοποιούμε το κίνημα, καθώς η συνένωση ευρύτερων τμημάτων προϋποθέτει γενίκευση των αιτημάτων, ώστε τελικά το σύνολο της τάξης ενοποιείται πάνω στους μεγάλους πολιτικούς στόχους (π.χ. πάλη για να μην περάσουν τα μνημόνια, έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο κ.ά.).
β) Το εργατικό κίνημα πρέπει να γίνεται η καρδιά της ευρύτερης κίνησης για τα λαϊκά προβλήματα. Δεν υπάρχει θέμα και ζήτημα το οποίο να μην επιδιώκουμε να το «βάζουμε μπροστά» στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, «σπάζοντας» τα στεγανά ανάμεσα στους διάφορους τομείς δράσης (συνδικάτα, γειτονιές, νεολαία) και αναδιοργανώνοντας όλη τη δράση του εργατικού κινήματος.
Πρώτα απ’ όλα, το εργατικό κίνημα πρέπει να μπει μπροστά στην πάλη ενάντια στον πόλεμο, την πολεμική οικονομία και τις επιπτώσεις που έχει αυτή στην ακρίβεια, την καθημερινότητα και την εργασία του λαού. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, το τεράστιο εκπαιδευτικό πρόβλημα (ταξικοί φραγμοί, απαξίωση του σχολείου κ.λπ.) ή και η κατάσταση στη νεολαία. Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από γονείς και μαθητές, χωρίς τον πρωτοπόρο ρόλο των εκπαιδευτικών. Αντίστροφα, οι εκπαιδευτικοί δυναμώνουν στη μάχη ενάντια στην επίθεση της κυβέρνησης, αν καταφέρουμε να έχουν αλληλέγγυα στο πλευρό τους την εργαζόμενη πλειοψηφία στη μάχη για μόρφωση, δωρεάν παιδεία κ.λπ. Το ίδιο ισχύει για την υγεία, τους πλειστηριασμούς και την κατοικία ή τα δημοκρατικά δικαιώματα.
γ) Υπάρχουν επίσης μεγάλα ζητήματα και αντιθέσεις στα οποία το εργατικό κίνημα ιστορικά παρουσιάζει «καθυστέρηση» στην πάλη του, σε σημαντικό βαθμό λόγω του βαθιά οικονομίστικου χαρακτήρα του, τον οποίο μας έχει κληροδοτήσει η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνιστικός ρεφορμισμός. Για παράδειγμα, είναι ενδεικτικό ότι στο ζήτημα του περιβάλλοντος υπάρχει όχι μόνο «καθυστέρηση» αλλά ακόμα και αντίθεση στην υπεράσπιση της εργασίας σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος (βλ. Σκουριές στη Χαλκιδική). Ή το ζήτημα της γυναικείας ανισότητας στην παραγωγή και στην κοινωνία, με την επιπλέον επιβάρυνση της «οικογενειακής φροντίδας», που είναι υποβαθμισμένα ζητήματα στις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος.
Το εργατικό κίνημα κατακτά τον πολιτικό του ρόλο όσο βρίσκει δρόμους να πολιτικοποιεί τη δράση του, να κατακτά την «ηγεμονία του», ως προς το περιεχόμενο αλλά και τις μορφές οργάνωσης και δράσης στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα, στην πάλη για την απαλλαγή από κάθε εκμετάλλευση και κάθε καταπίεση. Χωρίς να καταργεί τις λεγόμενες «επιμέρους αντιθέσεις», ενοποιεί την πάλη όχι «παρατακτικά» («συμπερίληψη») αλλά ουσιαστικά προγραμματικά σε μια ενιαία κοίτη αντικαπιταλιστικών αλλαγών με προοπτική την εργατική εξουσία.
δ) Δίπλα στην εργατική τάξη απλώνεται μια γκάμα στρωμάτων μισοεργατικών-μισομικροαστικών ή και κλασικά μικροαστικών που «επιβιώνουν» και επικοινωνούν με τα «πάνω όρια» της μισθωτής εργασίας και της εργατικής τάξης.
Η αντιμετώπιση αυτών των στρωμάτων έχει σημασία, γιατί η κοινωνικοταξική τους βάση εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στα ανώτερα στρώματα της μισθωτής εργασίας (και στον δημόσιο τομέα), με αποτέλεσμα η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση με τα νέα (κυρίως) μικροαστικά στρώματα να είναι ισχυρή. Επιπλέον, αν και η ταξική κινητικότητα έχει μειωθεί, δεν έχει εκλείψει εντελώς, με αποτέλεσμα τα στρώματα αυτά να βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα, εξέλιξη που αφορά όχι μόνο τα πιο νέα και ανώτερα τμήματα της τάξης αλλά πιο κλασικά-παραδοσιακά (οικοδόμοι που γίνονται μικροεργολάβοι, εργαζόμενοι στον επισιτισμό που ανοίγουν δικό τους «μαγαζί» κ.λπ.). Δεν παραβλέπουμε αυτή την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε ολοκληρωμένα.
Πρώτο κριτήριό μας είναι η αυτοτελής οργάνωση της εργατικής τάξης, των μισθωτών τμημάτων. Γι’ αυτό σε όλα τα στρώματα στα οποία υπάρχει ισχυρή κινητικότητα (γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι κ.λπ.) έχουμε ως πρώτη προτεραιότητα τη στήριξη των εργατικών σωματείων, των κλάδων και ακόμα περισσότερο τη συμβολή τους στην οργάνωση των πιο προλεταριακών στρωμάτων.
Παράλληλα όμως δεν εγκαταλείπουμε, αλλά, αντίθετα, επιδρούμε στα μικρομεσαία και ενδιάμεσα ως προς την εργασία και το κεφάλαιο στρώματα (αυτοαπασχολούμενοι που εντάσσονται στα επιμελητήρια ή μικροί εργοδότες με 2-3 εργαζομένους), προσπαθώντας να τραβάμε όσο γίνεται τα στρώματα αυτά προς την πλευρά της εργασίας και την αντικαπιταλιστική απάντηση.
Η παρέμβαση αυτή έχει σημασία για την ανάπτυξη της φυσιογνωμίας μας και της ολοκληρωμένης εργατικής παρέμβασής μας. Η αστική τάξη, μέσω των κομμάτων της, των μηχανισμών της και με υλικό τρόπο, επιδιώκει μια στέρεη συμμαχία με τα πολυάριθμα στην Ελλάδα μικροαστικά στρώματα, λόγω του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε ιστορικά ο καπιταλισμός στη χώρα. Στεκόμαστε απέναντι στην προσπάθεια η αστική τάξη των διαφόρων κλάδων να πολώνει τα ενδιάμεσα στρώματα με τα δικά της ταξικά συμφέροντα. Αντίθετα, επιδιώκουμε τα στρώματα αυτά να οργανώνονται στο μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης, να υιοθετούν στόχους πάλης που είναι κοινοί ανάμεσα στα στρώματα αυτά και στην εργατική τάξη (π.χ. ασφαλιστικά δικαιώματα, κατοικία, δημόσια αγαθά, ειρήνη, λαϊκές ελευθερίες), να στρέφονται ενάντια στη μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία, στα κέρδη και στην εξουσία της, και να παλεύουν στο πλάι του εργατικού κινήματος.
Συχνά ανάμεσα στα στρώματα αυτά και στην εργατική τάξη αναπτύσσονται έντονες αντιθέσεις, στις οποίες εμείς προσπαθούμε να εκφράζουμε τα καθολικά εργατικά συμφέροντα ερχόμενοι σε ρήξη με τα μικρομεσαία και ενδιάμεσα στρώματα όταν αυτό απαιτείται.
Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τον ευρύτερο πολιτικό-ιδεολογικό, «νομιμοποιητικό» για το σύστημα ρόλο (ΤΕΕ ως τεχνικός σύμβουλος του κράτους, ΔΣΑ σε ζητήματα νομοθεσίας κ.λπ.) που παίζουν τα στρώματα αυτά και οι θεσμοί που τα εκφράζουν. Η αντιπαράθεση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης στον πολιτικό-ιδεολογικό τους ρόλο έχει μεγάλη σημασία για τον λαό και βοηθάει στην ευρύτερη πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση του ίδιου του εργατικού κινήματος.
4.5 Για την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης
Σοβαρή πλευρά της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος είναι η στροφή στη δουλειά που αφορά την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης.
Η εργατική τάξη δεν συγκροτείται ποτέ μόνο «κοινωνικά», δηλαδή με βάση τα άμεσα οικονομικά της συμφέροντα. Συγκροτείται «υποκειμενικά» και ενοποιείται μέσα από τον ρόλο των πολιτικών της κομμάτων, των σωματείων και των συλλογικοτήτων της. Επιπλέον, γίνεται πιο ευάλωτη σε επιδράσεις που δέχεται και στον εκτός εργασίας χρόνο από τα πρότυπα του lifestyle, τον καλλιεργούμενο ατομικισμό και γενικότερα τα αστικά πρότυπα. Γι’ αυτό αποκτά κρίσιμη σημασία η υπεράσπιση των αξιών της εργατικής τάξης και έξω από το πεδίο της παραγωγής, με την ολόπλευρη ανάπτυξη του εργατικού πολιτισμού και την υπεράσπιση των εργατικών αξιών της αλληλεγγύης, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του διεθνισμού. Παρότι, όμως, αναβαθμίζονται αυτές οι επιδράσεις στη συνείδηση των εργαζομένων από τον λεγόμενο «πολιτισμό του μη εργάσιμου χρόνου», η ταξική συνείδηση διαμορφώνεται πρωτίστως από τη στάση του σύγχρονου εργάτη και εργάτριας μέσα στον χώρο της δουλειάς, στις συγκρούσεις με την εργοδοσία και στον αγώνα με τους συναδέλφους.
Το κεφάλαιο δίνει σήμερα τεράστια μάχη όχι μόνο για την τρομοκράτηση και τον κατακερματισμό, αλλά και για τον πολιτικό-ιδεολογικό εκφυλισμό της εργατικής τάξης. Προσπαθούν να διασπάσουν και ιδεολογικά την εργατική τάξη σε μια μάχη όλων ενάντια σε όλους, να τη στρατεύσουν πίσω από το άρμα της «δικής μας» αστικής τάξης (εθνικισμός), της δικής μας επιχείρησης και του δικού μας κλάδου ή επαγγέλματος (συντεχνιασμός), των «δικών μας» ανθρώπων (ρατσισμός).
Το κεφάλαιο επιχειρεί να περάσει την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, ότι η αλλαγή της κοινωνίας είναι αδύνατη (ΤΙΝΑ). Ενισχύουν τον ανταγωνισμό, τον κανιβαλισμό, το «σκότωσε για να ζήσεις», τον μισογυνισμό και τον σεξισμό, την πολιτιστική κατρακύλα. Τα ιδεολογήματα αυτά παίρνουν μορφή στους χώρους δουλειάς ως: i) κυριαρχία του ατομικού δρόμου και της παραγωγικότητας για επιτυχία στη δουλειά, ii) ενσωμάτωση του φιλικού περιβάλλοντος με την εργοδοσία, όπου «όλοι είμαστε μια οικογένεια» και «να βάλουμε πλάτη να περάσει η μπόρα»), iii) ενσωμάτωση της ηττοπάθειας ότι δεν πρόκειται να κερδίσουμε τίποτα όσο και να αγωνιστούμε, iv) αποδοχή της αντίληψης ότι ο συνδικαλισμός έχει πεθάνει και είναι παρωχημένος στο σήμερα, άρα δεν υπάρχει πια μέσο και τρόπος διεκδίκησης.
Επιτίθεται στην «καρδιά» της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης, βασικά μέσα από τις θεωρίες των «ταυτοτήτων», σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχει «εργατική τάξη» η οποία συγκροτείται με κύριο κριτήριο τη σχέση με τα μέσα παραγωγής και την ιδιοκτησία, αλλά ένα άθροισμα ξεχωριστών και μη σχετιζόμενων εθνικών, φυλετικών ή έμφυλων ταυτοτήτων και καταπιέσεων που δεν ανάγονται στην ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση και, επομένως, «λύνονται» (αν λύνονται) από τα αντίστοιχα «νέα υποκείμενα».
Γι’ αυτούς τους λόγους χρειάζεται παρέμβαση στον πολιτιστικό-αξιακό ρόλο της εργατικής συλλογικότητας. Ιστορικά το κίνημά της περιλάμβανε ένα «πολυκόσμο» σωματείων, συλλόγων αλληλεγγύης, βιβλιοθηκών, συνεταιρισμών, πολιτιστικών συλλόγων και (όταν χρειαζόταν) ομάδων αυτοάμυνας απέναντι στους εργοδοτικούς ή φασιστικούς στρατούς, ένα ολόκληρο δίκτυο που εξασφάλιζε την αλληλεγγύη και την αξιοπρεπή επιβίωση. Το «κανένας μόνος/η» πρέπει να γίνει πολύ περισσότερο πράξη. Να ξαναδούμε τα σωματεία και τις άλλες συλλογικότητες σαν κύτταρα γνώσης, αλληλεγγύης, πολιτισμού. Κέντρα ολόπλευρης οργάνωσης της εργατικής τάξης και της συλλογικότητάς της. Ας μην ξεχνάμε: «Οι εργάτες θέλουν ψωμί και τριαντάφυλλα»!
5. Πρόταση αγώνα για τις άμεσες μάχες του εργατικού κινήματος
Τα κεντρικά ζητήματα που αποτυπώνουν σήμερα την πάλη του εργατικού κινήματος είναι: i) οι μισθοί και η αναντιστοιχία τους με την κερδοφορία του κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς και η αύξηση του κόστους διαβίωσης, ii) η διαρκής εντατικοποίηση και οι όρων της εργασίας, η αύξηση του χρόνου εργασίας και η συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων, iii) ο κατακερματισμός των εργασιακών σχέσεων, η ανυπαρξία ΣΣΕ, η πολυδιάσπαση της τάξης ακόμα και στον ίδιο χώρο και στην ίδια ειδικότητα, η εργασιακή ανασφάλεια, iv) οι ιδιωτικοποιήσεις, με τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, τη συρρίκνωσή τους και τις απολύσεις στο Δημόσιο, v) η σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα της εργασίας, η διαρκής αξιολόγηση και τα bonus παραγωγικότητας, vi) η εργοδοτική τρομοκρατία και αυθαιρεσία, vii) η αναθεώρηση του Συντάγματος. Στην περίοδο οι στόχοι του εργατικού κινήματος πρέπει να στρέφονται ενάντια στην πολεμική οικονομία και στον πόλεμο, στο Σύμφωνο Σταθερότητας και στην ΕΕ, την ανταγωνιστικότητα-κερδοφορία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου.
Άρα το εργατικό κίνημα χρειάζεται να πάρει πρωτοβουλίες και να αναπτύξει την πάλη του με επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα της διαβίωσης της εργατικής τάξης:
α) Το πρώτο ζήτημα είναι η πάλη για την υπεράσπιση της ζωής της εργατικής τάξης, διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς και υπογραφή ΣΣΕ, με παράλληλο αγώνα ενάντια στη διαρκώς αυξανόμενη ακρίβεια. Παλεύουμε ώστε να καταργηθούν οι ενδιάμεσοι φόροι και τα χρηματιστήρια ενέργειας, να αυξηθεί η φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου, να αυξηθούν οι μισθοί στο ύψος της κάλυψης των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης. Αγωνιζόμαστε ώστε να χάσει το κεφάλαιο από την περιουσία του για να κερδίσουν οι εργαζόμενοιˑ να ανατραπεί η πολιτική του κεφαλαίου, των Συμφώνων Σταθερότητας, της πολεμικής οικονομίας.
Ταυτόχρονα, η οικονομική αστάθεια φέρνει εκ νέου στην επιφάνεια το ενδεχόμενο μαζικών απολύσεων σε κλάδους και αύξηση της ανεργίας. Η μάχη για σταθερές σχέσεις εργασίας και μπλοκάρισμα των απολύσεων είναι κομβική για την επιβίωση της τάξης.
Επιδιώκουμε υπογραφή ΣΣΕ που διασφαλίζουν τους μισθούς, αλλά και αξιοπρεπείς όρους εργασίας με 5θήμερο ‒ 6ωρο ‒ 30ωρο, μόνιμες και σταθερές εργασιακές σχέσεις, απέναντι στην εντατικοποίηση, την εργασία-λάστιχο και τα 13ωρα. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων και τις συνθήκες εργασίας και υγιεινής, ειδικά σε μια περίοδο όπου αυξάνονται τα εργατικά «ατυχήματα» / εργοδοτικά εγκλήματα. Απαιτείται εξειδίκευση του αγώνα ανά κλάδο, αλλά και ενοποίηση του εργατικού κινήματος, καθώς το ζήτημα των ΣΣΕ είναι συνολικό, ιδιαίτερα εξαιτίας της επιθετικότητας με την οποία το έθεσε το κράτος με την «Κοινωνική Συμφωνία».
Η μάχη του εργατικού κινήματος για τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων ζωής της εργατικής τάξης πρέπει επίσης να συνδεθεί ευρύτερα με τα λαϊκά προβλήματα και τους αγώνες στις γειτονιές, οπότε χρειάζεται τα σωματεία να δουλέψουν μαζί με τις συλλογικότητες στις γειτονιές.
β) Πάλη για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, ενάντια στην είσοδο της αγοράς σε αυτά, στην εμπορευματοποίησή τους και στις ιδιωτικοποιήσεις. Στόχος είναι να περάσουν στο Δημόσιο οι τομείς στρατηγικής σημασίας, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό λαϊκό έλεγχο στο πλαίσιο μιας πορείας ρήξης με την απελευθέρωση των αγορών, την ΕΕ, το σύστημα συνολικά. Διεκδικούμε να δοθούν λεφτά για τις κοινωνικές ανάγκες κόντρα στις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες και στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Αγωνιζόμαστε ώστε να μην πραγματοποιηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι προφανείς μάχες ώστε να διατηρηθούν τα ήδη δημόσια αγαθά τα οποία πρόκειται να ιδιωτικοποιηθούν (βλ. νερό, νοσοκομεία, Ωνάσεια σχολεία κ.λπ.) πρέπει να δεθούν με τους τομείς που πρέπει να επιστρέψουν στο Δημόσιο (ενέργεια, μεταφορές κ.λπ.).
γ) Αγώνας ενάντια στους πολέμους του κεφαλαίου, που θέτουν σε κίνδυνο τον λαό και τη νεολαία, ενώ τους αφαιμάζουν οικονομικά μέσα από τις επιπτώσεις στην οικονομία (διαρκείς αυξήσεις στις τιμές κ.λπ.) και την άνοδο των στρατιωτικών δαπανών. Ταυτόχρονα με τη γενική αντιπολεμική πάλη του εργατικού κινήματος, χρειάζεται να εξειδικευτεί το μπλοκάρισμα της πολεμικής μηχανής στους χώρους δουλειάς, που πλέον κατακλύζονται από εργασίες που σχετίζονται με τον πόλεμο.
δ) Μάχη απέναντι στην εντατικοποίηση της εργασίας και για αύξηση του ελεύθερου χρόνου. Στους περισσότερους χώρους η εντατικοποίηση εκφράζεται είτε με διαρκή αύξηση του χρόνου εργασίας και των υπερωριών είτε με φρενήρεις ρυθμούς εργασίας, ταχύτητα παραγωγής και παράδοσης είτε με ασφυκτική και συνεχή πίεση για αποτελέσματα και με επιπλέον καθήκοντα. Η παραπάνω συνθήκη στους χώρους εργασίας εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο και τσακίζει την ψυχολογία των εργαζομένων.
ε) Χρειάζεται επανοηματοδότηση της συλλογικής πάλης, ώστε οι εργαζόμενοι/ες να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στη συλλογική διεκδίκηση, να πιστέψουν πως αυτή έχει νόημα και μπορεί να πετύχει επιμέρους νίκες. Προς τον σκοπό αυτό χρειάζεται οργάνωση στο σωματείο και όχι ατομική διαπραγμάτευση. Για να επιτευχθεί αυτό, κάθε σωματείο πρέπει να δίνει μάχες για τα ειδικά ζητήματα που προκύπτουν σε χώρους δουλειάς, διασφαλίζοντας κατακτήσεις για την καθημερινότητα και τους όρους δουλειάς των εργαζομένων. Η λειτουργία του σωματείου πρέπει να είναι ζωντανή, ώστε οι εργαζόμενοι/ες να μπορούν να απευθύνονται σε αυτό. Όπου το σωματείο δεν προχωρά σε τέτοιες κινήσεις χρησιμοποιούμε και άλλα οχήματα, όπως επιτροπές εργαζομένων, πρωτοβουλίες στον κλάδο, ακόμα και τα σχήματά μας.
στ) Βασικό όχημα για την ανάπτυξη της δράσης μας είναι ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, Επιτροπών Αγώνα και Αγωνιστών/στριών Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα. Επιδιώκουμε να αναπτύσσεται, να συγκεντρώνει σωματεία και αγωνιστές, να πανελλαδικοποιείται, να οργανώνεται, να αποκτά οντότητα. Θέλουμε να αποτελέσει ένα κέντρο για να αναπτυχθούν αγώνες στα παραπάνω μέτωπα για το εργατικό κίνημα. Η προσπάθεια χρειάζεται να πανελλαδικοποιηθεί με επιμέρους «παραρτήματα» του Συντονισμού τα οποία «θα φιλοξενούν» ένα μπλοκ αγωνιστών και σωματείων που θα αποτελεί την πρώτη μαγιά στην ανάπτυξη των αγώνων. Ο Συντονισμός, ως ένα σταθερό, «κεντρικό όχημα», επικοινωνεί με συντονισμούς σε κλάδους ή θέματα (π.χ. πόλεμος) τα οποία παλεύουμε να ανοίξουμε και επιδιώκει να τους στηρίζει, να παίρνει κοινές πρωτοβουλίες και να συνδέεται μαζί τους. Μέχρι στιγμής η δράση του δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες για να αναπτυχθεί περαιτέρω και να παίξει αναβαθμισμένο ρόλο στο εργατικό κίνημα.
6. Η στάση των πολιτικών δυνάμεων και των συνδικαλιστικών ρευμάτων
6.1 Η ηγεσία της ΓΣΕΕ, που αποτελείται από τις δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ και της πρόσφατης διάσπασής της (στο ΕΚΑ καταγράφεται ως Ενωτικό) ‒που προέκυψε με αφορμή το σκάνδαλο της κλοπής δημόσιου χρήματος από τον Παναγόπουλο και την ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ‒ μαζί με τις δύο δεξιές παρατάξεις, τη ΔΑΚΕ και την Ενότητα ‒ Νέα Πορεία, έχουν τον κύριο ρόλο στον συνδικαλισμό και ιδιαίτερα σε χώρους όπως οι πρώην ΔΕΚΟ, οι τράπεζες και το λιανικό εμπόριο (σουπερμάρκετ). Είναι δυνάμεις υποταγμένες στα καπιταλιστικά συμφέροντα γιατί αποδέχονται όλο το πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής και της ευρωενωσιακής οικονομίας, καθώς και της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Προωθούν την ταξική συνεργασία με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, το κράτος, τις κυβερνήσεις και την ΕΕ, όπως αυτή εκφράστηκε πρόσφατα με τη λεγόμενη «Κοινωνική Συμφωνία» για τη δήθεν επαναφορά των ΣΣΕ και τη «θεσμικότητα», δηλαδή την υποταγή του εργατικού κινήματος στο ασφυκτικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας και στον κοινωνικό «διάλογο». Προσπαθούν να μετατρέψουν τα συνδικάτα σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς πελατειακών σχέσεων, ενσωμάτωσης και υποταγής της εργατικής τάξης. Στάθηκαν απέναντι σε μια σειρά από απεργίες, νομιμοποίησαν τις ηλεκτρονικές εκλογές και πολλές αντιδραστικές κυβερνητικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
6.2 Η ΠΑΣΚΕ κρατά τις δυνάμεις της παρά τους εσωτερικούς κλονισμούς και τη διάσπαση στο ΕΚΑ με αφορμή την υπόθεση Παναγόπουλου, κάτι που αποτυπώθηκε στην εκ νέου πρωτιά και εκλογή Παναγόπουλου στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στις παρατάξεις της ΝΔ υπάρχει μια αύξηση των δυνάμεων της Νέας Πορείας, η οποία εκφράζει την πιο ακραία εργοδοτική γραμμή, και υποχώρηση της παραδοσιακής ΔΑΚΕ. Η εικόνα των συσχετισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα του ιδιωτικού τομέα δεν είναι σαφής, λόγω του κατακερματισμού, της αδιαφάνειας και της εκτεταμένης νοθείας, μέρος της οποίας αποκαλύφθηκε κατά τη νομιμοποίηση των αντιπροσώπων τόσο στο συνέδριο του ΕΚΑ όσο και, πολύ περισσότερο, στο συνέδριο της ΓΣΕΕ.
Στο Δημόσιο και στην ΑΔΕΔΥ η ΔΑΚΕ εμφανίζεται με ακροδεξιό λόγο και πράξη, νομιμοποιεί τη συνδιαλλαγή με υπουργούς και στελέχη, τάσσεται ανοιχτά υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής. Η ΔΗΣΥΠ (ΠΑΣΟΚ), παρά τη μείωση σε ποσοστά, επιβεβαιώνει τον βαθύ μηχανισμό αναπαραγωγής μέσα στις υπηρεσίες, κάνοντας προσπάθεια συσπείρωσης κι ενός νέου δυναμικού. Υπερασπίζεται σαν ευαγγέλιο τον Ν. 1264, μιλά για κοινωνικό κράτος τού πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, ενώ αρνείται κάθε πραγματική μάχη στο όνομα της κοινοβουλευτικής εναλλαγής.
Οι δυνάμεις του πολιτικού χώρου των ΣΥΡΙΖΑ – ΝΕΑΡ και πλέον και της ΕΛΑΣ/Τσίπρα στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή οι δυνάμεις ΕΜΕΙΣ, ΑΡΚΙ και ΕΑΚ, στοιχήθηκαν πλήρως στη γραμμή της ΓΣΕΕ όλα αυτά τα χρόνια. Στην ΑΔΕΔΥ, αν και έχουν μεγάλη διαρροή τα τελευταία χρόνια, μένουν προσκολλημένες σε ΔΑΚΕ-ΔΗΣΥΠ, ενώ πρωτοστατούν και σε συγκόλληση δυνάμεων για ένα νέο εγχείρημα «δημοκρατικού μετώπου». Η κοινοβουλευτική καθίζηση τους έχει φέρει σε δύσκολη θέση όσον αφορά την πάγια θέση και την επιχειρηματολογία τους για πολιτική λύση μέσω Κοινοβουλίου ως μονόδρομο στα προβλήματα των εργαζομένων. Συνολικά η δράση τους καθορίζεται από την αστική νομιμότητα, τα όρια που θέτει η πολιτική κυβέρνησης ‒ ΕΕ ‒ ΟΟΣΑ, στοιχεία που αποτυπώνονται στα αιτήματα, στις μορφές και στον σχεδιασμό τους.
Η συμμαχία των δυνάμεων που πρόσκεινται σε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ/ΝΕΑΡ/ΕΛΑΣ, με τα οχήματα που εμφανίζονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, καθορίζει την αδράνεια του εργατικού κινήματος σε όλες τις κρίσιμες καμπές του. Βασική επιδίωξη των κυρίαρχων αστικών παρατάξεων στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι η διαιώνιση της γραμμής υποταγής και συναίνεσης στην αστική πολιτική και η επανεκλογή-κυριαρχία των εκλεκτών κυβέρνησης-εργοδοσίας στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
6.3 Το ΠΑΜΕ έχει αυξήσει την επιρροή του, αφού καταφέρνει να εκφράζει τάσεις δυσαρέσκειας και αγωνιστικής διεκδίκησης που γεννιούνται μέσα στην εργατική τάξη. Με αυτόν τον τρόπο έχει καταφέρει να βγει πρώτη δύναμη στην ΑΔΕΔΥ, στο ΕΚΑ και σε άλλα εργατικά κέντρα, αλλά και σε σημαντικές ομοσπονδίες, όπως είναι η ΔΟΕ, καθώς αναδεικνύεται και ένα ρεύμα αποστροφής απέναντι στις κυβερνητικές παρατάξεις και στην αστικοποιημένη συνδικαλιστική ηγεσία. Ενώ στηρίζεται στις τάσεις δυσαρέσκειας του κόσμου και σε έναν βαθμό τις αξιοποιεί για διεκδικήσεις σε χώρους ή κλάδους, τελικά τις καθηλώνει σε τάσεις ανάθεσης της πάλης.
Κύριο στοιχείο της γραμμής του είναι η αναγωγή της εκλογικής ενίσχυσης σε ανώτερο κριτήριο ταξικής πάλης, εκπαιδεύοντας το δυναμικό και τις επιρροές του σε αυτή την κατεύθυνση και ανοίγοντας ή κλείνοντας τους αγώνες με αυτό το κριτήριο. Το πλαίσιο στόχων πάλης που θέτει είναι μόνο ένα άθροισμα κυρίως οικονομικού τύπου μέτρων για την ανακούφιση των εργαζομένων από τις πιο ακραίες εκδοχές της επίθεσης του κεφαλαίου, διαμορφώνοντας τελικά έναν ιδιότυπο αγωνιστικό οικονομισμό-ρεφορμισμό με ταξική-αριστερή φρασεολογία.
Δεν προωθεί τη μετωπική αντιπαράθεση με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν έχει γραμμή και λογική ανάπτυξης, ενοποίησης, γενίκευσης των αγώνων με στόχο να δημιουργήσουν πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση και να τολμήσουν να επιφέρουν ρωγμές στην πολιτική της (όπως φάνηκε στο κίνημα των Τεμπών, αλλά και των αγροτών). Επιπλέον, δεν αποστασιοποιείται απλώς από το αντικαπιταλιστικό πλαίσιο στόχων (κρατικοποιήσεις, διαγραφή χρέους, αντι-ΕΕ πάλη, μείωση πολεμικών δαπανών, αυξήσεις μισθών και ΣΣΕ πάνω από τα κέρδη κ.λπ.), αλλά του ασκεί και πολεμική.
Ακόμη, αντιστρατεύεται τον συντονισμό των αγώνων σε κρίσιμα ζητήματα (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) και τις δυναμικές μορφές πάλης και απειθαρχίας στον κυβερνητικό-κρατικό απεργοσπαστικό και κατασταλτικό μηχανισμό. Στη βάση αυτή, πολιτικά παίζει ρόλο σταθεροποιητικού παράγοντα αντί για δύναμη κλιμάκωσης της ταξικής αντιπαράθεσης, σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και συγκράτησης ριζοσπαστικών τάσεων εντός ορίων. Στα συνδικάτα όπου έχει την πλειοψηφία, ενισχύει τη γραφειοκρατική λειτουργία, με κλειστές διαδικασίες. Συμμετέχει σε προεδρεία μαζί με δυνάμεις του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού, ενώ τέλος σε πολλά συνδικάτα αποδέχτηκε τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες.
6.4 Οι δυνάμεις της ΜΑΧΗ στηρίζουν την ανάπτυξη αγώνων, και σε ζητήματα οικονομικών διεκδικήσεων, ιδιωτικοποιήσεων, δημόσιων αγαθών και άμεσων αιτημάτων προβάλλουν πλαίσια και διεκδικήσεις σε θετική κατεύθυνση. Σε αρκετές περιπτώσεις, σε μέτωπα και διεκδικήσεις είχαμε κοινή δράση και στάση σε σωματεία, συνέδρια, αγώνες. Ωστόσο σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η υποτίμηση των πολιτικών ανατρεπτικών στόχων-κρίκων για το κίνημα, οδηγώντας έτσι τις οικονομικές και άλλες διεκδικήσεις σε απονεύρωση και αποσύνδεση από την αναγκαία σύγκρουση με τους βασικούς πολιτικούς πυλώνες της αστικής πολιτικής.
Η καταγγελία του υποταγμένου συνδικαλισμού και των ηγεσιών στη ΓΣΕΕ από την πλευρά των δυνάμεων της ΜΑΧΗ δεν συνοδεύεται από μια λογική διαμόρφωσης πρωτοβουλιών και συντονισμών σε ανεξαρτησία από το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά μένει σε κινήσεις εντός του, με λογική συμπόρευσης όλων των αγωνιστικών δυνάμεων (από ΠΑΜΕ μέχρι ταξική πτέρυγα) και πόλου εντός των δομών του υποταγμένου συνδικαλισμού. Αυτό οδηγεί στην υποτίμηση των προσπαθειών συντονισμού σωματείων/συλλογικοτήτων και ανεξάρτητων πρωτοβουλιών/δράσεων στους αγώνες (απεργιακές συγκεντρώσεις, παρεμβάσεις, δράσεις κ.λπ.), αλλά και στην αρνητική τους θέση για την ανάγκη ενός άλλου κέντρου αγώνα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Δεν εντάσσουν τη συγκρότηση και τη δράση τους εντός της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας, γι’ αυτό έχουν διαφορετική τακτική σε κλάδους και χώρους σχετικά με τα σχήματα-κινήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου έχουν δυνάμεις συγκροτούν σχήματα με βάση την αντίληψή τους με διάσπαση από υπάρχοντα σχήματα της πτέρυγας.
Σε κάποιους κλάδους συνυπάρχουμε με τις δυνάμεις της ΜΑΧΗ σε σχήματα (κυρίως στο Δημόσιο, αλλά και σε επιμέρους στον ιδιωτικό τομέα), γι’ αυτό χρειάζεται να εντείνουμε την πολιτική κριτική μας και να αναπτύξουμε την επιχειρηματολογία και την πίεσή μας στους/στις αγωνιστές/στριες αυτού του ρεύματος στην κατεύθυνση της αναγκαίας ανατρεπτικής κοινής δράσης και των πρωτοβουλιών που χρειάζονται για την ανασυγκρότηση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος.
6.5 Οι δυνάμεις της αυτονομίας και της αναρχίας δεν παρεμβαίνουν με ενιαίο τρόπο στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Υπάρχει τμήμα του ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου που υποτιμά και αρνείται την εργατική παρέμβαση και τη συνδικαλιστική οργάνωση. Από την άλλη, το ρεύμα του συνδικαλισμού των λεγόμενων «σωματείων βάσης» συσπειρώνει ένα μαχητικό δυναμικό, κυρίως της νέας εργατικής βάρδιας και των πιο ελαστικών μορφών, ένα ταξικό κομμάτι νεολαίας. Ενώ δίνει στο μέτρο των δυνάμεων που διαθέτει ορισμένες μάχες ενάντια στην εργοδοσία/αφεντικά και προβάλλει την ανάγκη της εργατικής αλληλεγγύης και της από τα κάτω δράσης, αποσυνδέει την επίθεση της εργοδοσίας από την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική και από το πολιτικό σύστημα, την ΕΕ, τις κυβερνήσεις και τα κόμματα που την προωθούν.
Υποτιμά τη δράση και την παρέμβαση στα υπάρχοντα σωματεία και τον συντονισμό με άλλα σωματεία που δεν είναι σωματεία βάσης και δεν διαμορφώνει προγράμματα και στόχους πάλης για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Έτσι, καταλήγει συχνά να παίρνει δικές του πρωτοβουλίες, χωρίς να επιδιώκει την κοινή δράση και την ενότητα των αγώνων. Υποτιμά την παρέμβαση σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, απαξιώνοντας την εκπροσώπηση και τις δυνατότητες που ανοίγουν για την παρέμβαση στους κλάδους, καθώς και την ευρύτερη πολιτική διαπάλη και τον ρόλο του εργατικού κινήματος. Με το ρεύμα του αναρχοσυνδικαλισμού και κάποιες τάσεις της πολιτικής αναρχίας έχουμε συνεργασία σε επιμέρους εργατικά μέτωπα και σωματεία, κυρίως λόγω της στάσης τους στα σωματεία και στον συντονισμό των σωματείων αυτών.
Παρά τις σημαντικές πολιτικές διαφωνίες μας με αυτό το ρεύμα, όπως και με άλλες αγωνιστικές δυνάμεις, πρέπει να εντείνουμε την κριτική και την επιχειρηματολογία μας, επιδιώκοντας την ανατρεπτική κοινή δράση στην κατεύθυνση της ανάπτυξης αγώνων και του συντονισμού, όπου αυτό είναι εφικτό.
___________________________________________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5
Β.3 Στη Γαλλία πραγματοποιήθηκαν σοβαροί αγώνες που χαρακτηρίστηκαν από πρωτοφανή ένταση, μαζικότητα και διάρκεια, με επίκεντρο τις προσπάθειες της κυβέρνησης Μακρόν να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα και να εφαρμόσει περικοπές στον προϋπολογισμό. Το συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τις εσωτερικές διαφορές, κατάφερε να δράσει ενιαία (δια-συνδικαλιστικό μέτωπο ‒ Intersyndicale) και να οργανώσει γενικές απεργίες που παρέλυσαν τη χώρα. Οι αγώνες στρέφονταν ενάντια στα σχέδια λιτότητας, στις περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες και στην υποχώρηση των μισθών. Οι απεργοί προχώρησαν σε μπλοκαρίσματα σε τομείς όπως οι μεταφορές και τα λιμάνια. Τον Σεπτέμβριο του 2025, τα συνδικάτα οργάνωσαν ημέρες δράσης με σύνθημα «Μπλοκάρουμε τα πάντα» («Bloquons tout»), διαμαρτυρόμενα για την οικονομική κατάσταση αλλά και την κρίση στο γαλλικό πολιτικό σύστημα.
Στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια υπήρξαν απεργιακές κινητοποιήσεις στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας (United Auto Workers ‒ UAW) και στις αποθήκες της Amazon, όπου οι εργαζόμενοι/ες πέτυχαν αυξήσεις και καλύτερους όρους εργασίας. Επίσης, στα λιμάνια της Ανατολικής Ακτής και του Κόλπου του Μεξικού πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη απεργία εδώ και 50 χρόνια, η οποία επηρέασε την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Σημαντικές κινητοποιήσεις υπήρξαν, επίσης, από νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς σε διάφορες Πολιτείες με κύρια αιτήματα την αύξηση του προσωπικού και την ασφάλεια στην εργασία. Το 2023 σημαντική ήταν η πολύμηνη απεργία σεναριογράφων και ηθοποιών που διεκδίκησαν καλύτερα δικαιώματα από το streaming και διασφαλίσεις ενάντια στην αντικατάστασή τους από την AI.
Στη Μεγάλη Βρετανία ψηφίστηκε έπειτα από κινητοποιήσεις νέος νόμος για τα εργατικά δικαιώματα (Employment Rights Act 2025), ο οποίος καταργεί πολλούς περιορισμούς που είχαν επιβληθεί από τους Συντηρητικούς το 2016, διευκολύνοντας τη συνδικαλιστική δράση. Οι απεργίες αφορούσαν αρκετούς κλάδους, περιλαμβάνοντας σιδηροδρομικούς, υγειονομικούς (νοσηλευτές, γιατρούς), εκπαιδευτικούς, εργαζομένους σε ταχυδρομεία. Ταυτόχρονα, και με αφορμή την επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, υπήρξαν απεργίες και δράσεις ενάντια στην πολεμική εμπλοκή (ιδιαίτερα από τους λιμενεργάτες), καθώς και διεκδικήσεις για ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, όπως η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη.
Στην Ιταλία έλαβαν χώρα μαζικές γενικές απεργίες στους κλάδους των μεταφορών και των συγκοινωνιών, των λιμενεργατών και του δημόσιου τομέα ενάντια στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μελόνι. Τα κύρια αιτήματα ήταν η αντιμετώπιση του υψηλού κόστους ζωής, η ανανέωση των συλλογικών συμβάσεων και η ασφάλεια στους χώρους εργασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρέμβαση των ταξικών συνδικάτων βάσης (Unione Sindacale di Base ‒ USB, Confederazione Unitaria di Base ‒ CUB, Coordinamento Nazionale dei Comitati di Base ‒ COBAS) στους τομείς των logistics και των διανομέων. Ωστόσο υπήρξαν και εκεί νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν το δικαίωμα της απεργίας. Σημαντικές ήταν και οι κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, ιδιαίτερα στα λιμάνια.
Στη Γερμανία και την Ισπανία είχαμε επίσης σημαντικές κινητοποιήσεις στους κλάδους των μεταφορών, στην ενέργεια και στη βιομηχανία μετάλλου. Ειδικά στη Γερμανία, το μοντέλο της «κοινωνικής εταιρικής σχέσης» δοκιμάζεται, εξαιτίας της βαθιάς αναδιάρθρωσης της γερμανικής οικονομίας την οποία επιχειρεί το κεφάλαιο για να ξεπεράσει τη στασιμότητα και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά του.
Στην Πορτογαλία τον Δεκέμβριο του 2025 έγινε η πρώτη γενική απεργία ύστερα από 12 χρόνια, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ενάντια στο πακέτο «Job 21» (Trabalho XXI), το οποίο περιλαμβάνει αλλαγές σε πάνω από 100 άρθρα του Εργατικού Κώδικα, διευκολύνοντας τις απολύσεις και επεκτείνοντας τις προσωρινές συμβάσεις.
Στην Αργεντινή οι συνδικαλιστικές ενώσεις (Confederación General del Trabajo de la República Argentina ‒ CGT, Central de Trabajadoras y Trabajadores de la Argentina ‒ CTA) έχουν πραγματοποιήσει γενικές απεργίες λόγω της φτωχοποίησης. Οι κινητοποιήσεις στρέφονται ενάντια στις μεταρρυθμίσεις του προέδρου Μιλέι, οι οποίες περιλαμβάνουν απολύσεις στον δημόσιο τομέα, περικοπές δαπανών και αποδυνάμωση των εργασιακών δικαιωμάτων.
Στην Ινδία έγιναν σημαντικές γενικές απεργίες με τη συμμετοχή εκατομμυρίων εργαζομένων ενάντια στην αντεργατική νομοθεσία, στις ιδιωτικοποιήσεις και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας από την κυβέρνηση Μόντι, αλλά και για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Στις αρχές του 2026 οδηγοί διανομής (Swiggy, Zomato, Amazon) οργάνωσαν συντονισμένες στάσεις εργασίας διεκδικώντας αναγνώριση και κοινωνική ασφάλιση. Βασικό χαρακτηριστικό των πρόσφατων αγώνων ήταν η κοινή δράση συνδικάτων και αγροτικών ενώσεων που απαιτούσαν εγγυημένες τιμές για τα προϊόντα τους.
Στη Νότια Κορέα το 2024 πραγματοποιήθηκε η πρώτη απεργία στην ιστορία της Samsung Electronics, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στη νοοτροπία των νεότερων εργαζομένων (Gen Z), που διεκδικούν καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και στις συνθήκες ζωής. Τα συνδικάτα των εργατών μετάλλου πρωτοστάτησαν σε μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες απαιτώντας την παραίτηση του τότε προέδρου, που είχε κάνει απόπειρα πραξικοπήματος. Το 2025 έγιναν απεργίες διαρκείας στην υγεία και στα αεροδρόμια.
Στην Κίνα, παρά τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς περιορισμούς, το 2025 σημειώθηκαν πολυάριθμες αυθόρμητες απεργίες σε εργοστάσια (π.χ. στις περιοχές Σεντσέν, Σαανσί) αλλά και στις κατασκευές, λόγω καθυστέρησης δεδουλευμένων και απότομης μείωσης των μισθών εξαιτίας της πτώσης των εξαγωγών. Στο πρώτο μισό του 2025 καταγράφηκαν 1.219 εργατικές διαμαρτυρίες, σημειώνοντας αύξηση 66% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024. Ωστόσο, η κουλτούρα «996» (9 π.μ. ‒ 9 μ.μ., 6 μέρες την εβδομάδα) παραμένει παρά τις επίσημες επικρίσεις, οπότε οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο για λιγότερα χρήματα.
Σημαντικές κινητοποιήσεις έγιναν επίσης στο Μπαγκλαντές (κλωστοϋφαντουργία) και στην Ινδονησία.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6
Β.3 Το 2023 έγιναν 3 γενικές απεργίες από τις οποίες μόνο μία κηρύχθηκε από τη ΓΣΕΕ και οι άλλες δύο από την ΑΔΕΔΥ, εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα. Το 2024 έγιναν 2 γενικές απεργίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) και 2 της ΑΔΕΔΥ. Το 2025 έγιναν 4 γενικές απεργίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) και 1 της ΑΔΕΔΥ. Τα βασικά αιτήματα ήταν η απόσυρση των νομοσχεδίων για το 13ωρο και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η επαναφορά 13ου-14ου μισθού, οι αυξήσεις στους μισθούς και η υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7
Β.4.1 Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα της σχέσης οικονομικού-πολιτικού αγώνα
Οικονομική πάλη είναι οι διεκδικήσεις και οι αγώνες (για μισθούς ή/και άλλα ζητήματα) που αφορούν ένα τμήμα εργαζομένων και απευθύνονται στενά στον εργοδότη, ενώ πολιτική πάλη είναι οι αγώνες που θέτουν στο στόχαστρό τους τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης, την αστική πολιτική και τους βασικούς κόμβους της, καθώς και τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς-θεσμούς εν γένει (εθνικούς, όπως η κυβέρνηση, ή διεθνικούς, όπως η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ κ.λπ.).
Ο συνδυασμός τους σήμερα τίθεται σε πολύ διαφορετική βάση απ’ ό,τι παλαιότερα. Σήμερα, και η παραμικρή εργατική διεκδίκηση πολιτικοποιείται εκ των πραγμάτων από την αστική πλευρά –την εργοδοσία, την κυβέρνηση, τους κάθε λογής αστικούς θεσμούς–, από την οποία χαρακτηρίζεται «ανέφικτη» επειδή συγκρούεται με την «ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης», τις «αντοχές της οικονομίας», το μνημονιακό πλαίσιο, τους «κανόνες των αγορών» ή το «κεκτημένο της ΕΕ» κ.λπ. Η πιο πλατιά ενότητα και η απόσπαση κατακτήσεων μπορεί να εξασφαλιστούν μόνο με και σε αγώνες που, ακόμη κι όταν αφορούν τα λεγόμενα «μικρά», του «χώρου» ή ξεκινούν από αυτά, έχουν στην «ψυχή», στη λογική και στο πλαίσιό τους το στοιχείο της αμφισβήτησης-ρήξης με το εκμεταλλευτικό στάτους, με τους καίριους κάθε φορά κόμβους των κεφαλαιοκρατικών επιδιώξεων και της αστικής πολιτικής, και με τους φορείς τους.
Συνεπώς η άποψη ότι η επιδίωξη αγώνων που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά και υπερβαίνουν τις «χαμηλές πολιτικές πτήσεις» και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία αποτελεί σεχταρισμό είναι βαθιά λαθεμένη και καταστροφική. Πολύ περισσότερο στον σημερινό ολοκληρωτικό καπιταλισμό, στον οποίο δεν χωρούν ενδιάμεσες λύσεις και τα περιθώρια παραχωρήσεων είναι ελάχιστα από την αστική πλευρά – ενώ ακόμη και αυτές οι παραχωρήσεις μπορούν να γίνουν υπό το βάρος του μαζικού, κινηματικού πολιτικού εκβιασμού και όχι πολιτικά «άσφαιρων» αγώνων.
Η σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, βέβαια, δεν είναι απλό ζήτημα, ούτε μπορεί να λυθεί με γενικές συνταγές και μηχανιστικές οδηγίες. Η κατάσταση και οι συσχετισμοί σε κάθε χώρο, καθώς και η κατάσταση-παρέμβαση των δυνάμεων της ταξικής ανασυγκρότησης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης πρέπει να συνυπολογίζονται στο πώς κάθε φορά προωθείται-κατακτάται αυτή η σχέση με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο – όχι για να ακυρωθεί ή να «σχετικοποιηθεί» η προαναφερθείσα λογική και η σημασία της, αλλά για να προωθηθεί στην πράξη με τον πιο ουσιαστικό τρόπο, με τρόπο που ανεβάζει και τη μαζικότητα-αποτελεσματικότητα της πάλης και την ταξική συνειδητοποίηση.
Η έμπρακτη προώθησή της, επίσης, συνεπάγεται και προϋποθέτει τη διαπάλη-σύγκρουση με μη ταξικές-χειραφετητικές λογικές για τη σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα. Τέτοια είναι η λογική που αρκείται ή εμμένει αποκλειστικά σε «καθαρά» συνδικαλιστικά αιτήματα, στα «του χώρου», στην «πολιτική με π μικρό» (αυτήν εκπροσωπούν τόσο ο ανοιχτά αστικοποιημένος και ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, όσο και ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός, που έχει αποδεχτεί τα βασικά θέσφατα της αστικής πολιτικής και κινείται με λογική ταξικής συνδιαλλαγής). Τέτοια είναι η λογική που μιλά μεν για πολιτικές αιχμές της πάλης, αλλά στην πράξη τις αφήνει στην άκρη για να επιτευχθεί συμμαχία και δήθεν πλατιά ενότητα στο πλαίσιο του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος.
Τέτοια είναι η λογική του ΚΚΕ, που υποστηρίζει ότι η πολιτική πάλη είναι υπόθεση του κόμματος – μάλιστα στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, οπότε αυτό που χρειάζεται είναι οι εργαζόμενοι από τους χαμηλών προδιαγραφών αγώνες τους «να βγάλουν συμπεράσματα» και να στηρίξουν εκλογικά το ΚΚΕ. Τέτοια, τέλος, είναι η μηχανιστική-«εξωτερική» και όχι οργανική-δημιουργική σύνδεση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, που εξαντλείται σε κάποια συνθήματα-αιτήματα, σε κάποια ακροτελεύτια πολιτικά αιτήματα στα πλαίσια πάλης.
* * * * * * *
Εισήγηση για την Εργατική Συνδιάσκεψη, Μέρος Γ
ΜΕΡΟΣ Γ
Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ
1. Αποτίμηση της παρέμβασής μας
Τα προηγούμενα χρόνια, το ρεύμα μας, με την πρόταση-αντίληψη και λογική του Νέου Εργατικού Κινήματος, επαγγέλθηκε μια ριζική τομή στο εργατικό κίνημαˑ μια τομή που αφορούσε το περιεχόμενο των στόχων, τη σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, τις μορφές συγκρότησης του εργατικού κινήματος, το ζήτημα της ενότητας. Με άλλα λόγια, επιδιώξαμε να ξαναστήσουμε στα πόδια της την έννοια της εργατικής πολιτικής. Αντιμετωπίσαμε αρκετά προβλήματα και αντιφάσεις. Από το σύνολο των ζητημάτων που τέθηκαν και αφορούσαν την ανάγκη ενός νέου εργατικού κινήματος ορισμένα προωθήθηκαν, έγιναν σημεία αιχμής και αντιπαράθεσης, «χρωμάτισαν» την όλη μας πορεία και προσπάθεια. Από αυτά θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τα ακόλουθα:
α) Επιδιώξαμε σαφέστατα και δώσαμε μάχη για αναπροσαρμογή των στόχων του κινήματος στην κατεύθυνση της ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών του κόσμου της εργασίας. Υποστηρίξαμε ότι σήμερα απαιτείται επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες βλέπουν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία και την παραγωγή, επανάσταση ικανή να οξύνει τις απαιτήσεις τους, και ότι έξω από μια τέτοια λογική δεν θα υπάρξει εργατική αντεπίθεση ούτε για να κρατηθούν οι ελάχιστες εναπομείνασες κατακτήσεις.
β) Δώσαμε μάχη για να εξασφαλίσουμε ανεξάρτητη παρουσία και δράση από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Ωστόσο σε όλη αυτή τη διαδρομή ‒και με εξαίρεση μια περίοδο του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων, ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος την περίοδο 2008-2015‒ δεν βρήκαμε δρόμους για να οικοδομείται σταθερά ένα «ανεξάρτητο κέντρο αγώνα» είτε σε σημαντικούς αγώνες σε συγκεκριμένους χώρους είτε και γενικά.
γ) Συγκροτήθηκε σε ανώτερη βάση μια κίνηση των δυνάμεών μας σε ορισμένους χώρους του ιδιωτικού τομέα, ενώ αναπτύξαμε δράση για τη δημιουργία νέων σωματείων και εργατικών συλλογικοτήτων, στην οποία πρωτοστάτησε μια νέα γενιά της οργάνωσης συλλέγοντας σημαντική εμπειρία. Έτσι, συγκροτήθηκε αρχικά σχήμα και στη συνέχεια το σωματείο των ερευνητών (Σωματείο Εργαζομένων στην Έρευνα και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ‒ ΣΕΡΕΤΕ), με πανελλαδικά χαρακτηριστικά και μεγάλη συμμετοχή εργαζομένων, που μέχρι τότε δεν είχαν καμία συνδικαλιστική υπόσταση, ενώ διάφορα κομμάτια, ακόμα και της αριστεράς, θεωρούσαν ότι δεν αποτελεί κλάδο εργαζομένων.
Αντίστοιχα, συμμετείχαμε στη συγκρότηση του Σωματείου Μισθωτών Δικηγόρων (ΣΜΔ), ένας κλάδος που επίσης έδωσε αγώνα για να θεωρηθεί ότι μπορεί να εκφραστεί ως σώμα εργαζομένων και όχι ως σύνολο «κρατικών λειτουργών». Ταυτόχρονα, με νέους ανθρώπους μπροστά ανασυγκροτήσαμε το σωματείο στα φροντιστήρια (Σύλλογος Εργαζόμενων στα Φροντιστήρια Καθηγητών ‒ ΣΕΦΚ) σε κλαδική μορφή σωματείου εργαζομένων συνολικά στην ιδιωτική εκπαίδευση, που απέκτησε πάλι δράση και σχετική μαζικότητα, ενώ είχαμε πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση συλλογικοτήτων σε κρίσιμους κλάδους, όπως ο επισιτισμός/τουρισμός, οι τηλεπικοινωνίες και οι ηθοποιοί. Τα βήματα αυτά, αν και μικρά σε σχέση με τις απαιτήσεις της εποχής, ήταν σημαντικά για τη συγκρότηση μιας νεολαιίστικης εργατικής παρέμβασης και έδειξαν ότι με υπομονετική δουλειά μελέτης και ανάλυσης των χαρακτηριστικών του κλάδου, καθώς και με προσπάθεια οργάνωσης του κόσμου μπορούν να μετρηθούν βήματα.
δ) Πολύ μεγάλοι είναι οι αγώνες που έδωσαν και δίνουν οι δυνάμεις μας στο Δημόσιο, πρώτα απ’ όλα στην εκπαίδευση και στην υγεία. Παρά το γεγονός ότι βρίσκονται αντιμέτωποι χρόνια τώρα με την τρομερή επίθεση της κυβέρνησης και του συστήματος, αντέχουν στη μάχη απειλώντας να δημιουργήσουν ρήγματα στη στρατηγική της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (εκπαίδευση) ή δημιουργώντας γεγονότα και δυναμώνοντας αποφασιστικά (υγεία). Σημαντική ήταν η εμπειρία από τον αγώνα των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και τη συγκρότηση κέντρου αγώνα στα Προπύλαια, αλλά και από τους αγώνες όπου συμμετείχαν οι δυνάμεις μας για την οργάνωση εργαζομένων σε προγράμματα κατάρτισης του ΟΑΕΔ/ΔΥΠΑ (αγώνας συμβασιούχων σε δήμους, αγώνας εργαζομένων για τους 5.500 άνεργους πτυχιούχους του ΟΑΕΔ παλαιότερα).
ε) Βασικό σημείο της λογικής μας είναι ο ρόλος των εργατικών σχημάτων και συσπειρώσεων. Αποτέλεσαν μορφές ριζοσπαστικής δράσης και πολιτικής, σημεία ενότητας του κοινωνικού και του πολιτικού στοιχείου, συσπείρωσης πρωτόλειων δυνάμεων στη βάση του χώρου. Τα τελευταία χρόνια, η πτέρυγα παρουσιάζει σημάδια υποχώρησης ή και κρίσης. Η ανάπτυξη υποχωρητικών απόψεων στο εσωτερικό της, η όξυνση της εσωτερικής διαπάλης, οι διαφοροποιήσεις που οδηγούν σε διαφορετικά επιμέρους σχέδια και σε αρκετές περιπτώσεις ο κατακερματισμός οδήγησαν σε οπισθοχώρηση με συνολικό και ανά χώρο αποτύπωμα. Οι επιτυχίες όμως στην υγεία και στους τεχνικούς δείχνουν ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σαφήνεια στη γραμμή, μαχητική δράση και συσπείρωση, μπορεί να υπάρξει άμεσα αντιστροφή της πορείας αυτής.
στ) Αποτιμώντας τελικά τη δράση μας των τελευταίων χρόνων, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η κύρια αδυναμία μας παραμένει η οργανωτική μας συγκρότηση και η παρέμβασή μας σε μια σειρά από μεγάλους και κρίσιμους κλάδους και χώρους δουλειάς όπου είτε δεν υπάρχει (βιομηχανία, φάρμακο, εμπόριο) είτε έχει υποχωρήσει (τράπεζες, μεταφορές). Ενώ μερίδα συντρόφων/ισσών βρίσκεται σε αυτούς τους κλάδους, δεν έχουμε καταφέρει να συστηματοποιήσουμε την παρέμβασή μας και να αναπτυχθούμε και σε άλλους (π.χ. τρόφιμα).
Η εμπειρία από την ίδρυση των εργατικών οργανώσεων/τομέων και την ανασυγκρότηση της εργατικής μας δουλειάς ακριβώς σε αυτούς τους κλάδους είναι πολύτιμη. Ωστόσο, παρότι φαίνεται ότι μπορούν να ανοίξουν ορισμένοι δρόμοι, η δράση μας σφραγίζεται κυρίως από τις δυσκολίες. Στην Εργατική Συνδιάσκεψη πρέπει να αποτιμήσουμε αυτή την εμπειρία και να πάρουμε μέτρα ώστε να γίνουν βήματα.
2. Η παρέμβαση της ΚΑ στο εργατικό κίνημα
2.1 Η σημασία της παρέμβασης της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης
Κριτήριο και μέτρο της δουλειάς μας στην εργατική τάξη είναι η οικοδόμηση της εργατικής, κομμουνιστικής οργάνωσης. Έξω από αυτό δεν μπορεί να υπάρξει οικοδόμηση αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας και ανάπτυξη ανατρεπτικών αγώνων.
Η εκτίμηση αυτή δεν είναι αυθαίρετη ούτε έχει να κάνει απλώς με μια πάγια αναφορά στον αυτονόητο ρόλο της οργάνωσης. Η σημερινή εποχή, εποχή πολέμων, κρίσης, αντιδημοκρατικής-αντικομμουνιστικής σταυροφορίας του κεφαλαίου, εποχή εργοδοτικής δικτατορίας στους τόπους δουλειάς, απαιτεί στενότερη σύνδεση της στρατηγικής με την τακτική και ταυτόχρονα σε κάθε κλάδο και χώρο μια κομμουνιστική πρωτοπορία ισχυρή, οργανωμένη, πολιτικά και θεωρητικά εξοπλισμένη, πειθαρχημένη, σε πολύ στενή σύνδεση με τους/τις εργαζομένους/ες, πρόθυμη και ικανή να ρισκάρει καριέρα και μισθούς για να «σπάσει» την επίθεση της εργοδοσίας. Αυτά μάλιστα τα χαρακτηριστικά πρέπει να διαπερνούν όχι μόνο την κομμουνιστική οργάνωση, αλλά και έναν ευρύτερο περίγυρό της, μια ευρύτερη πρωτοπορία, που θα είναι παρούσα στις δύσκολες στιγμές και μάχες.
Αυτή η αδήριτη ανάγκη καθορίζει το βασικό περιεχόμενο της δράσης της Οργάνωσης Βάσης και την προτεραιότητά της. Εάν επιδιώκουμε η Συνδιάσκεψη να συμβάλει σε μια στροφή, θα πρέπει να θέσει ως κέντρο του σχεδιασμού, των πρωτοβουλιών, της πολιτικής παρέμβασης την Οργάνωση Βάσης.
2.1.1 Η εργατική Οργάνωση Βάσης έχει ως πρώτο καθήκον να οργανώνει την τάξη και τους αγώνες της, να προωθεί την ενότητά της και τα συνολικά καθολικά συμφέροντά της, να στρατεύει τα πιο συνειδητά στοιχεία της στον επαναστατικό αγώνα και να συγκρούεται με την αστική πολιτική, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στον κάθε χώρο και κλάδο, αλλά και στο γενικό πολιτικό επίπεδο. Για να το πετύχει αυτό, απαιτείται ανάδειξη της συνολικής κομμουνιστικής γραμμής στην τάξη, άνοιγμα αυτοτελώς πολιτικών ζητημάτων, στρατηγικός στόχος και άμεσο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, σταθερή ανάληψη πρωτοβουλιών και καθημερινή επίπονη επιστημονική δουλειά πεδίου.
Η πολεμική οικονομία και ο πόλεμος, οι διεθνείς σχέσεις, τα προγράμματα σταθερότητας και η εκμετάλλευση, ο τύπος ανάπτυξης και η περιβαλλοντική καταστροφή, ο αντιδραστικός ρόλος του κράτους, η παντελής έλλειψη ελεύθερου χρόνου, οι αξίες ενός διαφορετικού πολιτισμού, η επαναστατική προοπτική και η πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού είναι ζητήματα που καθορίζουν την πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης. Πρέπει συνεπώς να αναδεικνύονται αυτοτελώς, ως ζητήματα που αφορούν όλη την τάξη και όλη την κοινωνία.
Όπως έγραφε ο Λένιν στο Τι να κάνουμε: «Πάρτε τον τύπο ενός σοσιαλδημοκρατικού ομίλου […], έχει “σύνδεση με τους εργάτες” και μένει ικανοποιημένος όταν βγάζει προκηρύξεις που μαστιγώνουν τις αυθαιρεσίες που γίνονται στα εργοστάσια, τη μεροληπτική στάση της κυβέρνησης απέναντι στους κεφαλαιοκράτες και την αστυνομική βία. Στις συγκεντρώσεις των εργατών η συζήτηση δεν βγαίνει συνήθως ή δεν βγαίνει σχεδόν ποτέ έξω από τα όρια των ίδιων πάντα θεμάτων. Πολύ σπάνια γίνονται διαλέξεις και συζητήσεις για την ιστορία του επαναστατικού κινήματος, για τα ζητήματα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής μας, για τα ζητήματα της οικονομικής εξέλιξης της Ρωσίας και της Ευρώπης και της κατάστασης των διαφόρων τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία κ.λπ. [...] στην ουσία, για τα μέλη ενός τέτοιου ομίλου ο ιδανικός ηγέτης είναι, τις περισσότερες φορές, κάτι που μοιάζει πιο πολύ με γραμματέα ενός τρέιντ-γιούνιον παρά με σοσιαλιστή πολιτικό ηγέτη». Η πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης είναι η γνώση «των σχέσεων όλων των τάξεων και στρωμάτων προς το κράτος και την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις».
2.1.2 Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια μηχανική αναπαραγωγή των «γενικών πολιτικών μας θέσεων» στον κλάδο και στον χώρο. Οι θέσεις αυτές, για να αποκτούν «πόδια» στους χώρους δουλειάς, να επικοινωνούν πλατιά με τους/τις εργαζομένους/ες, πρέπει να εξειδικεύονται σε επίπεδο κλάδου και χώρου δουλειάς. Η εξειδίκευση των γενικών μας θέσεων σε επίπεδο κλάδου και χώρου δουλειάς είναι περίπλοκη υπόθεση, που πολλές φορές υποτιμάται από την οργάνωση. Ιδιαίτερα στο παρελθόν, που δεν υπήρχε καν συγκρότηση σε επίπεδο κλάδου (π.χ. τομείς), η επεξεργασία ήταν εξαιρετικά αδύναμη.
Η κυρίαρχη πολιτική πάντα εξειδικεύεται σε κάθε κλάδο, χώρο, περιοχή. Υλοποιείται μέσα από κρίκους που κρίνουν την προώθησή της. Θέτει σε κάθε φάση συγκεκριμένους κεντρικούς στόχους σε κάθε κλάδο (π.χ. στην εκπαίδευση η προώθηση της αναδιάρθρωσης περνά μέσα από την αξιολόγηση και το εθνικό απολυτήριο, στη βιομηχανία σήμερα μέσα από την επέκταση του πολέμου και την πρόσδεση κλάδων και δραστηριοτήτων σε αυτόν κ.ο.κ.). Η κομμουνιστική οργάνωση πρέπει να έχει την ικανότητα να διακρίνει τους βασικούς κρίκους, να αποκαλύπτει συγκεκριμένα τη σύνδεσή τους με τις γενικές επιδιώξεις του κεφαλαίου, των ΕΕ-ΝΑΤΟ και των κυβερνήσεών τους, να οικοδομεί τους πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους της εργατικής αντίστασης.
Το αντικαπιταλιστικό πολιτικό πρόγραμμα σε επίπεδο κλάδου είναι από τα πιο σημαντικά ζητήματα της κομμουνιστικής οργάνωσης. Πρέπει να είναι πειστικό, να συνδυάζει τα αιτήματα και τους στόχους που αποτελούν «επίδικα» στο σήμερα, που μπορούν να παλευτούν και να προκαλέσουν ρήγμα, με εκείνα που προϋποθέτουν ευρύτερες αλλαγές. Αποτελεί κρίκο σύνδεσης με τις ριζοσπαστικές τάσεις στον κλάδο, με την εργαζόμενη πλειοψηφία και την εργατική-επαναστατική πολιτική συνολικά.
2.1.3 Η κομμουνιστική οργάνωση σχεδιάζει πρώτα απ’ όλα την αυτοτελή πολιτική της δράση και την οργανωτική της ανάπτυξη. Αυτό αποτελεί το κέντρο του συνολικού της σχεδιασμού. Ιεραρχεί τους χώρους στους οποίους θέλει να παρέμβει και να οικοδομήσει δυνάμεις με κριτήρια τόσο τη σημασία των κλάδων στην παραγωγή (βλ. Παράρτημα 8) όσο και τις δυνατότητες που έχει βάσει της απεύθυνσης και της δυναμικής της. Προτεραιότητα είναι η οικοδόμηση οργάνωσης στη σύγχρονη βιομηχανική εργατική τάξη, στα πλέον πληττόμενα κομμάτια της εργατικής τάξης και στο τμήμα που δουλεύει στην ατμομηχανή της σύγχρονης παραγωγής.
2.1.4 H κομμουνιστική οργάνωση σχεδιάζει και οργανώνει τη συνδικαλιστική παρέμβαση στους χώρους δουλειάς των μελών και των επιρροών της. Φροντίζει κατ’ αρχάς όλα τα μέλη και ο αγωνιστικός κύκλος επιρροής να αποτελούν παράδειγμα αγωνιστών/στριών στους χώρους δουλειάς, που θα θέτουν τα ζητήματα, θα μπαίνουν πρώτοι στη μάχη της διεκδίκησης και θα οργανώνουν και τους υπόλοιπους. Διαμορφώνει γενικά πολιτικά κριτήρια και γραμμή (ή πρόταση) για τον κλάδο όπου δραστηριοποιείται και θέτει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη της δράσης της στους μαζικούς χώρους, καθώς και στους χώρους βαρύτητας του κλάδου. Ο σχεδιασμός και η οργάνωση της συνδικαλιστικής παρέμβασης στους χώρους δουλειάς του κλάδου δεν είναι ένα «απλό», «τρέχον ζήτημα», όπως πολλές φορές το θεωρούσαμε μέχρι τώρα. Είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα. Απαιτεί συγκεκριμένη, λεπτομερειακή ανάλυση και επιλογές από την πλευρά μας.
Ταυτόχρονα, η δουλειά που γίνεται ανά κλάδο χρειάζεται να κινείται γύρω από ένα ενιαίο σχέδιο της οργάνωσης, έτσι ώστε να μην κυριαρχεί το μερικό στο όλο. Άρα οι συνδικαλιστές/στριές μας συντονίζονται και ανοίγουν με κοινή οπτική τα ζητήματα στους κλάδους (π.χ. τα κριτήρια που πρέπει να πληροί μια ΣΣΕ ή κρίσιμα μέτωπα πάλης).
Η αστική πολιτική δεν θα μπορούσε να κυριαρχεί αν δεν είχε την ικανότητα να κατακερματίζει τους εργαζομένους, να δημιουργεί πολλαπλές ταχύτητες και μορφές εργασιακών σχέσεων, να εξαγοράζει τμήματά τους, να εξατομικεύει πλήρως συνειδήσεις και απολαβές (π.χ. μέσω διαρκών συστημάτων αξιολόγησης), να δημιουργεί προϋποθέσεις «συναίνεσης» και «οικογενειακού κλίματος» (π.χ. μέσα από διάφορες μορφές κοινωνικών συναναστροφών). Οι εργαζόμενοι/ες μπορούν να υπερβούν αυτή τη συνθήκη διαρκούς αποσυγκρότησης και υποταγής μόνο μέσα στον αγώνα για τα δικαιώματά τους και, όταν λέμε αγώνα, εννοούμε κατ’ αρχάς τον οικονομικό αγώνα για τις «άμεσες διεκδικήσεις».
Έτσι, η κομμουνιστική οργάνωση όσον αφορά τη συνδικαλιστική παρέμβαση:
‒ Συμβάλλει με πρωτοπόρο τρόπο ‒και ενώ βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τη μεγάλη μάζα των εργαζομένων και ελέγχεται από αυτήν‒, ώστε να οικοδομηθεί το άμεσο συνδικαλιστικό πρόγραμμα πάλης του κλάδου και του χώρου. Το συνδικαλιστικό πρόγραμμα πάλης εμπνέεται από το ευρύτερο πολιτικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, χωρίς να ταυτίζεται με αυτό. Περιλαμβάνει πάντα τόσο ζητήματα για τα οποία μπορούν να δοθούν και να κερδηθούν αγώνες στο πλαίσιο του παρόντος πολιτικού συσχετισμού («ανάσα» για τους/τις εργαζομένους/ες) όσο και ζητήματα η ικανοποίηση των οποίων απαιτεί ευρύτερες αλλαγές στο εργατικό κίνημα και στην κοινωνία. Στηρίζει την πάλη με πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα.
‒ Μελετά τα ζητήματα που θα ανοίξει για πάλη στον χώρο, τις μορφές με τις οποίες θα το πράξει και την κλιμάκωση την οποία θα προτείνει. Λαμβάνει υπόψη της τον συσχετισμό δύναμης και τις διαθέσεις των εργαζομένων, με στόχο όμως την ανάπτυξή τους. «Μπαίνει μπροστά» στις μάχες, διαμορφώνει πρωτοπόρους αγωνιστές/στριες, που θα κατακτήσουν την εμπιστοσύνη και την αναγνώριση της πλειονότητας των συναδέλφων. Είναι πάντα σε στενή σύνδεση με τον κόσμο, χωρίς ελιτισμό και απόσταση. Κανένα ζήτημα που απασχολεί την εργατική τάξη δεν μας είναι ξένο.
‒ Σχεδιάζει τη στάση της απέναντι στις άλλες πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις με κύρια κριτήρια τον διαχωρισμό από τον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό, την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας «συμμαχίας» και προσέλκυσης στην πάλη άλλων δυνάμεων, τη συγκρότηση του δικού μας ρεύματος.
‒ Ιεραρχεί και σχεδιάζει την παρέμβασή της αναζητώντας τα πιο ταξικά κομμάτια εντός του κλάδου. Μελετά τους όρους ζωής των τμημάτων αυτών, το πολιτικό ‒ ιδεολογικό ‒ πολιτιστικό περιβάλλον όπου ζουν. Διαμορφώνει ειδικούς στόχους και μορφές παρέμβασης. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την ένταξή τους στην οργάνωση.
‒ Ιεραρχεί χώρους και μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης και θέτει αντίστοιχους στόχους. Εξετάζει συγκεκριμένα αν απαιτείται νέο σωματείο ή υπομονετική δράση μέσα στο υπάρχον με ξεχωριστή συμβολή στον προσανατολισμό του ή επιτροπή αγώνα ή άλλη μορφή έξω από το υπάρχον ή συνδυασμός τουςˑ αν απαιτείται ξεχωριστή οργάνωση τμημάτων (π.χ. ευέλικτα εργαζομένων τους οποίους δεν δέχεται η γραφειοκρατία) ή προσπάθεια να ενταχθούν στα κυρίαρχα σωματεία ή συνδυασμός τουςˑ αν απαιτείται «νόμιμη», «ανοιχτή» ή περιφρουρημένη υπομονετική δουλειά για τη δημιουργία κύκλου επιρροής κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, το κύριο κριτήριο είναι η συμβολή στην πάλη των εργαζομένων.
‒ Οργανώνει την παρέμβασή της στα σχήματα του κλάδου και οικοδομεί την αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα. Η Οργάνωση έχει στόχο και φροντίζει να συσπειρώνονται οι ευρύτερες ταξικές, ανατρεπτικές δυνάμεις στον χώρο, με σαφήνεια στον προσανατολισμό, αλλά με πλατύ, ανοιχτό πνεύμα στον κόσμο ο οποίος συμμετέχειˑ με υπομονή και αίσθηση διαμόρφωσης μαζί με τον κόσμο της γραμμής στον χώρο, χωρίς από τα πάνω «κομπρεμί» οργανώσεων.
2.1.5 Οι συνταξιούχοι, πρώην εργαζόμενοι/ες, αποτελούν μέρος του εργατικού κινήματος και της εργατικής μας δουλειάς και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «απόμαχοι» και ανενεργοί σε σχέση με συνδικαλιστικές, οργανωτικές και πολιτικές δραστηριότητες του εργατικού κινήματος. Τα μέλη μας συμμετέχουν και δουλεύουν για τη συγκρότηση κλαδικών σωματείων συνταξιούχων (π.χ. Πανελλήνια Ένωση Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών [ΠΕΣΕΚ], συνταξιούχοι Εθνικής Τράπεζας κ.λπ.) και συμμετέχουν στον συντονισμό σωματείων και κέντρων αγώνα. Ταυτόχρονα, τα μέλη μας συμμετέχουν και συγκροτούν σχήματα της πτέρυγας σε αυτούς τους συλλόγους.
2.2 Ο ρόλος των Τοπικών ΟΒ στην εργατική στροφή
Στην εργατική στροφή της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης καθοριστικό ρόλο παίζουν οι Τοπικές Οργανώσεις Βάσης. Απαιτείται ριζικός αναπροσανατολισμός στη δράση και στη λειτουργία των Τοπικών Οργανώσεων της ΚΑ. Οι οργανώσεις της γειτονιάς πρέπει να λειτουργήσουν ως συνολικές πολιτικές οργανώσειςˑ να αντιλαμβάνονται τον χώρο τους σαν ένα «μικρό θέατρο» της ταξικής πάλης, όπου συμμετέχουν όλες οι τάξεις και τα στρώματα της κοινωνίας, με τον δικό τους κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, ιστορικότητα, παραστάσεις και εμπειρίες.
Θέτουν στόχο να κινητοποιήσουν την εργατική τάξη της περιοχής (εργαζομένους ή κατοίκους) και τα άλλα λαϊκά στρώματα στην πάλη ενάντια στην αστική πολιτική και στο κράτος της (τοπικό και κεντρικό) με την πρωτοκαθεδρία και την ηγεμονία της εργατικής αντίληψης της ίδιας της εργατικής τάξης και των φορέων της. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένη στροφή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε, συνδεόμαστε και στηρίζουμε μέσω των τοπικών ΟΒ την εργατική παρέμβαση, τις πρωτοβουλίες, τις ευρύτερες μορφές συσπείρωσης στη γειτονιά.
Στην κατεύθυνση αυτή, οι Τοπικές Οργανώσεις χαρτογραφούν τους βασικούς εργατικούς χώρους σε κάθε γειτονιά και περιοχή και, σε συνεργασία με τους αντίστοιχους κλάδους, αναπτύσσουν αυτοτελή εργατική παρέμβαση σε αυτούς. Αναπτύσσουν σχέσεις και δεσμούς με τοπικά σωματεία (ΟΤΑ, εκπαιδευτικών, νοσοκομείων της περιοχής, εργοστασίων της περιοχής), αλλά και με συλλογικότητες της γειτονιάς που έχουν εργατική παρέμβαση (εργατικές λέσχες, στέκια νεολαίας κ.λπ.). Επιδιώκουν και τη δημιουργία τέτοιων συλλογικοτήτων στη λογική δημιουργίας «κέντρων ενοποίησης» της εργατικής παρέμβασης στη γειτονιά. Αξιοποιούμε την εμπειρία που διαθέτουμε από τις εργατικές λέσχες και αναπτύσσουμε την παρέμβασή τους, τόσο ως «οχήματα» μάχης για θέματα γειτονιάς, ως πόλους πολιτιστικής παρέμβασης, όσο και ως μοχλούς παρέμβασης στους χώρους δουλειάς της περιοχής. Η οργάνωσή μας έχει πλούσια εμπειρία σε αυτό, η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί.
Δημιουργούν σχέσεις και αναπτύσσουν προοπτικές παρέμβασης σε νέους χώρους μέσα από την παρέμβαση στη γειτονιά (τοπικά καταστήματα εμπορίου/επισιτισμού). Συνδέουν το κίνημα της γειτονιάς (πλειστηριασμοί, περιβαλλοντικά, εκπαίδευση, υγεία, ελεύθεροι χώροι, νεολαία) με τα τοπικά σωματεία.
Τέλος, φροντίζουν ώστε να οργανώνουν τα μέλη της ΚΑ και της νΚΑ που μένουν στην περιοχή, ανεξάρτητα από την ΟΒ στην οποία ανήκουν, για την παρέμβαση που απαιτείται. Επίσης ορίζουν εργατικό υπεύθυνο που αναλαμβάνει αυτό το καθήκον σε σύνδεση με τα γραφεία περιοχών.
2.3 Η εργατική παρέμβαση της νΚΑ
Το μέλλον της εργατικής μας παρέμβασης και οργάνωσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στη νεολαία, στη νέα βάρδια της εργατικής τάξης. Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση χρειάζεται να βοηθήσει ολόπλευρα την εργατική δουλειά της νΚΑ.
Απαιτείται να διαμορφώσουμε μια νέα σχέση με τα εκρηκτικά, καθημερινά ζητήματα της εργατικής νεολαίας, είτε αυτά εμφανίζονται στους χώρους δουλειάς είτε στο πεδίο όπου αυτή ζει και αναπαράγεται. Τα ζητήματα των ωραρίων, του αφόρητου άγχους και της πίεσης από τις δύο ή τρεις δουλειές που αναγκάζεται να κάνει η νεολαία για να επιβιώσει, των εργοδοτικών αυθαιρεσιών και της κουλτούρας απαξίωσης της εργασιακής αξιοπρέπειας, της ακρίβειας και των απλησίαστων ενοικίων, των διαλυμένων συγκοινωνιών που αφαιρούν επιπλέον χρόνο από τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, καθώς και της δυσκολίας συνδυασμού εργασίας και σπουδών (σε κάθε βαθμίδα), που βιώνουν χιλιάδες νέοι/ες –όπως και εμείς οι ίδιοι, οι σύντροφοί/ισσές μας και ο πολιτικός μας περίγυρος–, πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο των συζητήσεων, του σχεδιασμού των ΟΒ και του προσανατολισμού της δράσης μας.
Οφείλουμε να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις που απορρέουν από την αντίληψη ότι εργατική δουλειά κάνουν μόνο οι κλαδικές οργανώσεις, ενώ όλες οι υπόλοιπες –και ιδιαίτερα η νεολαία– περιορίζονται στα «τριγύρω». Ο εργατικός προσανατολισμός, ο αντίστοιχος λόγος και οι ανάλογες πρωτοβουλίες συγκροτούνται με αυτοτελή τρόπο σε επίπεδο μορφών δράσης, αποτελούν όμως ταυτόχρονα πυξίδα για την παρέμβασή μας σε κάθε επιμέρους και ειδικό μέτωπο (φοιτητικό, αντιφασιστικό, γειτονιά, Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευση). Ως τέτοια, πρέπει να ενταχθούν οργανικά στη ζωή της οργάνωσης νεολαίας. Αυτό προϋποθέτει εξωστρέφεια και καθημερινή επαφή με τα ταξικά τμήματα της νεολαίας, καταγραφή και χαρτογράφηση των χώρων όπου αυτά βρίσκονται σε κάθε γειτονιά και εκπαιδευτικό ίδρυμα (όλων των βαθμίδων), καθώς και διαμόρφωση ειδικού σχεδίου για την ανάπτυξη δράσης στους χώρους δουλειάς ή στις εργασιακές «πιάτσες».
2.3.1 Πρώτος και βασικός στόχος της εργατικής παρέμβασης της νΚΑ είναι η αποφασιστική στροφή στον ωκεανό της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, στα ΕΠΑΛ, στις Τεχνικές Σχολές, τις σχολές ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), στα νυχτερινά. Χωρίς μια τέτοια δουλειά «βάθους», ούτε η ταξική σύνθεση μπορεί να αλλάξει ούτε στους κρίσιμους και δύσκολους κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής όπου εργάζεται η νέα βάρδια μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση.
Ωστόσο για τη στροφή αυτή απαιτείται όχι απλώς ενίσχυση του προσανατολισμού της νΚΑ, αλλά συνολική στροφή όλων μας των δυνάμεων. Σε πολύ μεγάλο βαθμό την απεύθυνση στην αυριανή εργατική τάξη πρέπει να την κάνει η σημερινή. Αυτό αφορά όχι μόνο τη δευτεροβάθμια και μεταδευτεροβάθμια επαγγελματική εκπαίδευση, αλλά και την τριτοβάθμια. Το ζήτημα της επαγγελματικής προοπτικής επιδρά καθοριστικά στη συνείδηση των αυριανών εργαζομένων, και αφορά και τις πιο ταξικές σχολές και τμήματα (π.χ. ΠΑΔΑ), αλλά και εκείνες των οποίων οι απόφοιτοι έχουν προοπτική να ενταχθούν στη μισθωτή διανόηση ή και σε νέα (συνήθως υποβαθμισμένα σε σχέση με το παρελθόν) μικροαστικά στρώματα.
Συνολικά, η απεύθυνση στη νέα βάρδια, εκεί όπου ζει, δουλεύει, σπουδάζει, πρέπει να είναι στην ευθύνη και των εργατικών μας οργανώσεων, σε στενή σύνδεση με τη γειτονιά και τη νεολαία. Για τον λόγο αυτό σε κάθε εργατική κλαδική οργάνωση πρέπει να οριστεί υπεύθυνος για τη δουλειά μας στη νέα βάρδια, σε συνεργασία, με εκπαιδευτικούς, νεολαία, γειτονιά.
2.3.2 Η νεολαία πρέπει να χαρτογραφήσει κλάδους όπου εργάζεται το πιο νεολαιίστικο δυναμικό και να επεξεργαστεί γραμμή που απευθύνεται στις ανάγκες και στα προβλήματα της εργαζόμενης νεολαίας με κατάλληλες πολιτικές, συνδικαλιστικές, πολιτιστικές μορφές.
Ειδική δουλειά χρειάζεται στα τμήματα της νεολαίας που περιφέρονται μεταξύ εργασίας-ανεργίας, με ειδική παρακολούθηση και επεξεργασία των προγραμμάτων της ΔΥΠΑ τα οποία απευθύνονται στις νεότερες ηλικίες. Ταυτόχρονα, ειδική δουλειά απαιτείται και σε κλάδους όπως ο επισιτισμός, η εστίαση, τα φροντιστήρια, όπου οι εργαζόμενοι «ανακυκλώνονται» συνεχώς, μένουν για διαστήματα άνεργοι και πολλοί εξ αυτών αντιμετωπίζουν την εργασία ως περιστασιακή έως ότου βρουν κάποια καλύτερη δουλειά.
2.3.3 Οι οργανώσεις σπουδάζουσας στα πανεπιστήμια πρέπει να βρίσκονται σε στενή σύνδεση με τις αντίστοιχες εργατικές οργανώσεις. Η αντίληψη του πώς ξεδιπλώνεται η αστική στρατηγική σε κάθε κλάδο μπορεί να βοηθήσει καταλυτικά τις οργανώσεις της σπουδάζουσας, καθώς θα μπορέσουν να συνδέσουν τις εκάστοτε αλλαγές στα πανεπιστήμια ή την επιμέρους σχολή με τις αλλαγές στην εργασία και στους επιμέρους κλάδους. Χρειάζεται να οργανωθούν παρεμβάσεις στα πανεπιστήμια από κοινού φοιτητικών συλλόγων και εργατικών σωματείων, όπως και των αντίστοιχων φοιτητικών και εργατικών σχημάτων. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι βοηθητικό σε κάθε ΟΒ σπουδάζουσας της νΚΑ να υπάρχει χρεωμένος σύντροφος/ισσα από την αντίστοιχη εργατική ΟΒ της ΚΑ.
2.4 Η πανελλαδικότητα των δυνάμεών μας
Μεγάλο πρόβλημα της μέχρι τώρα συγκρότησής μας αποτελεί η εκκωφαντική έλλειψη πανελλαδικοποίησης της παρέμβασής μας. Υπάρχουν περιπτώσεις κλάδων όπου για χρόνια έχουμε ορισμένες δυνάμεις στην επαρχία, αλλά όχι στην Αθήνα, ή ακόμα και περιπτώσεις όπου υπάρχουν δυνάμεις τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες πόλεις, αλλά η επικοινωνία και η ενιαία καθοδήγηση της κλαδικής παρέμβασης είναι ανύπαρκτες ή και εξαιρετικά προβληματικές, με αντιφάσεις ανάμεσα στις πόλεις. Για να μπορέσει να αντιστραφεί αυτή η τάση, χρειάζεται η γραμμή να έχει πανελλαδικό κριτήριο, να αναγνωρίζει και να προσαρμόζεται στις τοπικές ιδιαιτερότητες και να έχει στόχο την πανελλαδική ανάπτυξη των δυνάμεών μας και της πτέρυγας.
Σε χώρους όπου έχουμε συγκροτημένες πανελλαδικές δυνάμεις εξετάζουμε τη δυνατότητα να συγκροτήσουμε πανελλαδικά όργανα, με αποφασιστικό χαρακτήρα. Στους υπόλοιπους κλάδους χρειάζεται να χρεωθούν πανελλαδικοί υπεύθυνοι για τη συγκέντρωση της πανελλαδικής εικόνας και την ενοποίηση της κλαδικής δουλειάς της οργάνωσης.
2.5 Στόχευση και ιεράρχηση των κλάδων οικοδόμησης
Το επόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι την επόμενη Συνδιάσκεψη θέτουμε πολιτικό στόχο να κάνουμε βήματα πολιτικής, οργανωτικής και συνδικαλιστικής συγκρότησης στους βασικούς κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής, αντιστρέφοντας το ιστορικό βέλος του ρεύματός μας, που βρισκόταν «έξω» από τους βασικούς κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής και του βαθύ ιδιωτικού τομέα. Φυσικά, αυτή μας η επιδίωξη συνοδεύεται και από νέα βήματα στην ανάπτυξη/συγκρότηση των δυνάμεών μας εκεί όπου ήδη δρούμε με συγκροτημένο τρόπο.
Στη Συνδιάσκεψη θα διαμορφωθεί αναλυτική πρόταση και σχέδιο για τους κλάδους και τους στόχους αυτούς.
3. Η Ταξική Κίνηση για την Εργατική Χειραφέτηση
Η Ταξική Κίνηση για την Εργατική Χειραφέτηση αποτελεί πανελλαδική ένωση εργαζομένων, που συγκροτείται με συγκεκριμένη δομή και θέσεις για το εργατικό κίνημα, συμπεριλαμβάνοντας εργαζομένους/ες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, κομμάτια της νεολαίας αλλά και συνταξιούχους. Παλεύει για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τα δεσμά του κεφαλαίου, εκφράζοντας στην παρέμβασή της την πάλη για σύγχρονες κατακτήσεις και ανατροπές των κεντρικών επιλογών του κεφαλαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, απευθύνεται και συσπειρώνει αγωνιστές και αγωνίστριες που δεν περιορίζονται μόνο στον αγώνα για τη βελτίωση της εκμεταλλευτικής σχέσης της εργασίας.
3.1 Η Ταξική Κίνηση θέλουμε να είναι πολιτική κίνηση που συμβάλλει στη θεωρητική, πολιτική και οργανωτική ανάπτυξη ενός εργατικού κινήματος απελευθέρωσης από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Δεν παρεμβαίνει απευθείας στα σωματεία και στις διαδικασίες τους και με αυτή την έννοια δεν πρόκειται για συνδικαλιστική παράταξη ή σχήμα. Η οπτική με την οποία αντιμετωπίζει τα εργατικά ζητήματα δεν εστιάζεται στη στενή οπτική του ενός ή του άλλου χώρου, αλλά εμπεριέχει το συνολικό κριτήριο της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντωνˑ δεν αντιμετωπίζει μόνο την ειδική συνθήκη της εργοδοσίας στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά αναδεικνύει τη συνολική αστική στρατηγική που καταλήγει στην οποιαδήποτε ειδική συνθήκη. Άρα τροφοδοτεί την ενίσχυση της εργατικής πολιτικής χωρίς να υποκαθιστά τις συσπειρώσεις των χώρων, των κλάδων ή των εργατικών κέντρων. Αντίθετα, συνδέεται μαζί τους, εκπροσωπώντας ενιαία και πανελλαδικά το κομμάτι που εκφράζεται με τη γραμμή του κινήματος εργατικής απελευθέρωσης. Ταυτόχρονα, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες οργάνωσης και συσπείρωσης αγωνιστών/στριών και ανάπτυξης σχημάτων σε χώρους όπου δεν έχει συγκροτηθεί η αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα.
Με την ανώτερη και πανελλαδική συγκρότησή της θέλουμε να ενοποιήσει τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια των εργαζομένων που θα αποτελέσουν την «καρδιά» της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος. Θέλουμε να προβάλλει γραμμή οργάνωσης της αντεπίθεσης του ταξικού κινήματος, ανάπτυξης αγώνων που θα συγκρούονται με τον πυρήνα της αντιλαϊκής πολιτικής και των αστικών αναδιαρθρώσεωνˑ γραμμή οργάνωσης και ανάπτυξης όλων των μορφών συσπείρωσης των εργαζομένων, με ριζική αναζωογόνηση των συνδικάτων, τη δημιουργία νέων σε καινούργιους κλάδους αλλά και όπου δεν υπάρχουν. Με τόλμη όσον αφορά τη δοκιμή νέων μορφών οργάνωσης και δράσης. Με συντονισμό μεταξύ των ταξικών σωματείων. Με άλλο κέντρο αγώνα από τον υποταγμένο συνδικαλισμό, ικανό να οργανώνει την πάλη των εργαζομένων. Με γραμμή ρήξης και ανατροπής όσον αφορά διεκδικήσεις που εκφράζουν τα συνολικά συμφέροντα των εργαζομένων (και όχι μόνο τα συντεχνιακά), δημιουργώντας μια νέα ταξική αγωνιστική ενότητα απέναντι στον κατακερματισμό και στη διάσπαση.
Η Ταξική Κίνηση λοιπόν προσπαθεί να αναλύσει τις τάσεις στην εργασία, τις επιδιώξεις του κεφαλαίου για την εργασία και τον συσχετισμό μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου σε κλάδους και γενικότερα, έτσι ώστε να προβάλει μια γραμμή για ένα εργατικό κίνημα ταξικής χειραφέτησης. Σε αυτή την περίοδο επιδιώκουμε να συμβάλλει: α) στην άνοδο της εργατικής διεκδικητικότητας, στην ενίσχυση των αγώνων των εργαζομένων και των μορφών οργάνωσης, β) στην επεξεργασία και προβολή μιας ανατρεπτικής πολιτικής πρότασης αγώνα για την ανάπτυξη νικηφόρων αγώνων, στην αλλαγή των συσχετισμών υπέρ της εργατικής πολιτικής στους χώρους δουλειάς, αλλά και στη δημιουργία ρηγμάτων στην κυρίαρχη πολιτική και την επίθεση του κεφαλαίου, γ) στη θεωρητική και πολιτική ενίσχυση του ανατρεπτικού ταξικού ρεύματος εντός του εργατικού κινήματος, δ) στην ανάπτυξη και ενοποίηση της ταξικής εργατικής πολιτικής μέσα στους δύσκολους χώρους του ιδιωτικού τομέα όπου δεν έχουν δομημένη δράση εργατικά σχήματα, κινήσεις κτλ., αλλά και του Δημοσίου.
3.2 Η ύπαρξη της Ταξικής Κίνησης αποτελεί αναγκαίο κομμάτι της παρέμβασής μας στο εργατικό κίνημα. Υπήρχε πάντα η δυσκολία να καταλάβουμε τον ρόλο της ανάμεσα στην πτέρυγα στους χώρους δουλειάς και στην ύπαρξη της κομμουνιστικής οργάνωσης, και άρα τελικά σε ποιο δυναμικό απευθύνεται, κάτι που οδηγούσε σε μεγάλη αναποφασιστικότητα ώστε να μετρήσει βήματα. Θα λέγαμε λοιπόν ότι είναι το όχημα αυτό που μπορεί να συσπειρώσει και να ενοποιήσει όλο το διάχυτο δυναμικό, που δεν προβάλλει απλώς μια ανατρεπτική γραμμή στο εργατικό κίνημα με μια αντιεργοδοτική ή αντικυβερνητική συνείδηση ή, από την άλλη, δεν είναι με τη συνολική γραμμή της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης και την αντίληψη ότι χρειάζεται πρόγραμμα και κόμμα κομμουνιστικό για να μετασχηματιστεί το εργατικό κίνημα.
Αλλά είναι το δυναμικό που αντιλαμβάνεται και θέλει να συμβάλει στην κατεύθυνση ενός εργατικού κινήματος ταξικής χειραφέτησηςˑ το δυναμικό που αντιλαμβάνεται ότι όχι απλώς οι υπάρχοντες συσχετισμοί, αλλά οι υπάρχουσες δομές του εργατικού κινήματος πρέπει να ανατραπούν για να μπορέσουν να εκφραστούν τα εργατικά συμφέροντα, που επιδιώκει την αυτοτελή συγκρότηση των ταξικών δυνάμεων και τη δημιουργία ενός άλλου πόλου στο εργατικό κίνημα που θα οργανώνει τις εργατικές μάχες.
Τα εργατικά σχήματα είναι ευρύτερες ταξικές συσπειρώσεις στα οποία συμμετέχει πλειάδα αγωνιστών/στριών και οργανώσεων με ανισόμετρα πολιτικά χαρακτηριστικά. Έχουν πολυμορφία και ενώνουν διαφορετικά εργατικά επίπεδα συνείδησης, ακόμα και ρεύματα. Στο εσωτερικό τους υπάρχουν και αγωνιστές/στριες που συμφωνούν με τη λογική της ταξικής ανασυγκρότησης και αγωνιστές/στριες που δεν έχουν μια τέτοια τοποθέτηση, αλλά κινούνται κυρίως σε μια ριζοσπαστική παρέμβαση εντός του υπάρχοντος εργατικού κινήματος. Επιπλέον, τα εργατικά σχήματα κατά τεκμήριο συγκροτούνται στη βάση του χώρου ή του κλάδου και δύσκολα (εκτός από τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία στο εσωτερικό τους) μπορούν να έχουν πανελλαδική, διακλαδική και πανεργατική αντίληψη. Άλλο ο διακλαδικός συντονισμός των σχημάτων (που είναι αναγκαίος και τον επιδιώκουμε) και άλλο η ενιαία και εφ’ όλης της ύλης πανεργατική ταξική κίνηση.
Δεν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε ότι στην πλειονότητα των κλάδων, ειδικά του ιδιωτικού τομέα, δεν υπάρχουν σχήματα ή συσπειρώσεις, υπάρχουν όμως αγωνιστές/στριες που μας ενδιαφέρουν και οι οποίοι/ες παρεμβαίνουν στον μαζικό χώρο είτε μέσω πλατιών, ενιαίων ψηφοδελτίων είτε κατά μόνας. Η συσπείρωση αυτού του δυναμικού μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στην παρέμβασή μας εντός του εργατικού κινήματος, τόσο αλλάζοντας τους συσχετισμούς εντός των υπαρχόντων σχημάτων όσο και βοηθώντας να παρέμβουμε σε νέους χώρους.
Τέλος, είναι φανερό ότι τα εργατικά σχήματα, κυρίως και εξ ανάγκης, προσανατολίζονται στη συνδικαλιστική δουλειά, έστω και με πολιτικές αιχμές διαφορετικού βάθους ανά περίπτωση. Η Ταξική Κίνηση έχει ευρύτερο ορίζοντα, πιο βαθύ και στρατηγικό (γενικότερη πολιτική παρέμβαση, στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος, ανάλυση και ιδεολογικοπολιτική αντιμετώπιση των αναδιαρθρώσεων του κεφαλαίου, της χειραγώγησης των εργαζομένων από κράτος και επιχειρήσεις, διεθνείς πρωτοβουλίες, αλλά και άμεση παρέμβαση στα εργατικά γεγονότα συνολικού ή/και κλαδικού χαρακτήρα). Γιατί για μας το εργατικό κίνημα δεν είναι μόνο συνδικάτα, σχήματα και αγώνες. Είναι και εργατικά κόμματα, μέτωπα, ιδεολογία κ.λπ.
3.3 Η Ταξική Κίνηση για την Εργατική Χειραφέτηση είναι κίνηση μελών (εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, σπουδαστών) και δεν απαρτίζεται από επιμέρους σχήματα. Η λειτουργία της κίνησης βασίζεται στην εργατική δημοκρατία, με την ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών της. Θέλουμε μια κίνηση πανελλαδικής κεντρικής συγκρότησης, με επιμέρους παραρτήματα ανά πόλη ή ανά νομό. Μπορεί αντίστοιχα να ορίσει και κλαδικά παραρτήματα ενοποιώντας την πανελλαδική εικόνα σε κάποιον κλάδο. Η σκέψη μας είναι πανελλαδικά να ορίζει δύο τακτικές συνελεύσεις ετησίως, στις οποίες εκλέγεται πανελλαδική γραμματεία. Τα κατά τόπους παραρτήματα εκλέγουν γραμματείες και πραγματοποιούν γενικές συνελεύσεις. Κάθε παράρτημα μόνιμα και σταθερά ενημερώνει την πανελλαδική γραμματεία και ενημερώνεται από αυτήν.
Η Ταξική Κίνηση αναλαμβάνει πρωτοβουλίες (από κοινού όπου είναι δυνατόν με υπάρχοντα σχήματα-συσπειρώσεις) για την οργάνωση εκδηλώσεων ‒ συζητήσεων ‒ ημερίδων που αφορούν εργατικά ζητήματα, στο πλαίσιο του ιδεολογικού-πολιτικού εξοπλισμού των αγωνιστών/στριών. Επιπλέον, συμβάλλει με επεξεργασίες για τα μεγάλα και σύνθετα πολιτικοθεωρητικά ζητήματα και ερωτήματα που αφορούν την εργατική τάξη της εποχής μας, μέσα από την έκδοση περιοδικού εντύπου. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για διεθνείς επαφές και δραστηριότητες με εργατικές κινήσεις. Οργανώνει την παρουσία της στα κοινωνικά δίκτυα, τη λειτουργία ιστοσελίδας κ.ο.κ. Διοργανώνει πολιτιστικές δραστηριότητες για την αναζήτηση και την ανάδειξη των σύγχρονων τάσεων του εργατικού πολιτισμού. Τέλος, συγκροτεί ομάδες-επιτροπές στο πλαίσιο της λειτουργίας της για την ειδική δουλειά που απαιτείται σε συγκεκριμένα μέτωπα, όπως ομάδα νεολαίας-σπουδαστών ή ομάδα παρέμβασης στους/στις μετανάστες/στριες.
3.4 Η σύγχυση για τον ρόλο και τη χρησιμότητα της Ταξικής Κίνησης μας οδήγησε σε μεγάλη ολιγωρία ως προς τη συγκρότησή της ή και σε υποτίμηση της χρησιμότητάς της πολλές φορές. Είναι φανερό όμως το κενό της συσπείρωσης του δυναμικού που αναζητεί μια συνολικότερη απάντηση αναφορικά με την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, που ακούει την πρότασή μας, μπορεί και να στοιχίζεται με αυτήν, αλλά δεν έχει το πλαίσιο ώστε να συμβάλει στην προώθησή της. Το επόμενο διάστημα προχωράμε στη συγκρότησή της με ομάδα που θα το αναλάβει και χρεωμένα μέλη σε κάθε ΟΒ που θα την παρακολουθούν.
4. Η αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα και τα σχήματα στο εργατικό κίνημα
4.1 Η ύπαρξη της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας και των εργατικών σχημάτων αποτελεί θεμελιώδη κατάκτηση της προσπάθειάς μας στο εργατικό κίνημα. Η συγκρότηση και η παρέμβασή τους έχουν παίξει κομβικό ρόλο στην ενίσχυση των εργατικών αντιστάσεων σε χώρους δουλειάς και σε κλάδους, αλλά και συνολικά στο ξέσπασμα και στην κλιμάκωση αγώνων.
Στην περίοδο την οποία διανύουμε αποκτούν πιο αναβαθμισμένα καθήκοντα λόγω της όξυνσης της αντεργατικής επίθεσης, της υποχώρησης του εργατικού κινήματος, της επίδρασης του αστικοποιημένου συνδικαλισμού, αλλά –από την άλλη– και των σύγχρονων, αναβαθμισμένων δυνατοτήτων που έχει σήμερα η εργατική τάξη να ζήσει και να εργαστεί αλλιώς.
Αναντίρρητα η συμβολή των εργατικών σχημάτων στον ιδιωτικό τομέα και των Παρεμβάσεων – Κινήσεων – Συσπειρώσεων στον δημόσιο τομέα είναι σημαντική. Αποτελούν βασικό όχημα και πολιτικά-κοινωνικά κύτταρα αγώνα, συσπείρωσης ριζοσπαστικού δυναμικού που προσεγγίζει ή προσπαθεί να προσεγγίσει την αντικαπιταλιστική γραμμή. Έχουν υψηλή αναγνωρισιμότητα στους χώρους δουλειάς, ειδικά του δημόσιου τομέα, και αρκετές εκλογικές επιτυχίες, οι οποίες αντανακλούν την πολιτική τους χρησιμότητα.
Από αυτή την άποψη, πρέπει να συζητήσουμε και τις αδυναμίες και τα προβλήματα για να αναβαθμίσουμε τις δυνατότητες παρέμβασής τους στην προσπάθεια ανάπτυξης ενός ανατρεπτικού πολιτικού εργατικού κινήματος: τις τάσεις υποχώρησης, τη συρρίκνωση του αγωνιστικού τους δυναμικού, την ισχνή ανανέωση αλλά και την επιμονή μέρους του σε ρεφορμιστικές απόψεις κ.ά.
4.2 Ως Κομμουνιστική Απελευθέρωση παρεμβαίνουμε ώστε η πτέρυγα και τα εργατικά σχήματα να έχουν στόχο, σχέδιο, πρόγραμμα πάλης και σκοπό την εργατική παρέμβαση από τη σκοπιά της ανασυγκρότησης του κινήματος και της ανεξαρτησίας του από την αστική πολιτική. Επιδιώκουμε να διασφαλίζουμε τον πιο ζωντανό χώρο μέσα στο κίνημα όπου επικοινωνεί και βρίσκει έκφραση ένα διάχυτο δυναμικό το οποίο θέλει να δώσει τη μάχη ώστε να ανατραπεί η επίθεση στον κλάδο και στην κοινωνία. Η πτέρυγα χρειάζεται να υπερβαίνει την αφηρημένη, γενικόλογη πολιτική και ιδεολογική αναφορά που δεν ασχολείται ή υποτιμά την ανακάλυψη της ειδικής (δηλαδή υλικής) έκφρασης της γενικής πολιτικής, και να διατυπώνει αριστερά προγράμματα πάλης στον χώρο ή στον κλάδο, να συνδέεται με τις αγωνιστικές διεργασίες στην εργατική βάση, χωρίς να μένει «έξω και πάνω» από τους αγώνες, αλλά επηρεάζοντας την κατεύθυνσή τους, επιδιώκοντας να συνδέσει τους άμεσους στόχους με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.
4.3 Τα σχήματα αποτελούν αυτοτελείς συλλογικότητες όπου συμμετέχουν αγωνιστές/στριες διάφορων απόψεων που συνενώνονται πάνω στη βάση συγκρότησης των σχημάτων αυτών. Οι συνδικαλιστικές μας παρεμβάσεις στους χώρους συγκροτούνται στη βάση μιας ξεκάθαρης αγωνιστικής, ταξικής γραμμής σε αντιπαράθεση με την εργοδοσία, τις κυβερνήσεις, το κράτος, την κυρίαρχη πολιτική. Συγκρούονται με τον ρόλο του αστικοποιημένου συνδικαλισμού, της υπονόμευσης των αγώνων με ανοιχτή στήριξη και συμμαχία με την εργοδοσία και την κυβερνητική πολιτική ‒ ΕΕ ‒ κεφάλαιο, της εκτόνωσης, και με τα νομικά-θεσμικά όρια στα οποία κινούνται συνδικαλιστικές δυνάμεις-ρεύματα, ενώ οριοθετούνται από τη συναινετική γραμμή του επίσημου συνδικαλισμού. Αυτή η γραμμή και δράση υπερβαίνει τον επίσημο συνδικαλισμό και θέτει το αγωνιστικό δυναμικό πρωταγωνιστή των εξελίξεων και όχι μέρος του προβλήματος και της κρίσης του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος.
Τα σχήματα συγκροτούνται στη βάση της εργατικής δημοκρατίας, της ολομελειακής και αμεσοδημοκρατικής λειτουργίας και, αν είναι αναγκαίο, της συντροφικής αντιπαράθεσης μεταξύ ρευμάτων και απόψεων. Σε αυτό το πεδίο συνυπάρχει, ενώνει το παλιό με το νέο, με σκοπό τον απεγκλωβισμό κατ’ αρχάς του υπάρχοντος δυναμικού και ευρύτερα των εργαζομένων από τα όρια που θέτει η αστική πολιτική και η έκφρασή της στο εργατικό κίνημα μέσω των συστημικών δυνάμεων και της γραφειοκρατίας. Αποτελούν τομή απέναντι στο κλασικό σχήμα κόμμα/οργάνωση-παράταξη.
4.4 Μέσα στις τάξεις των σχημάτων δρουν διάφορα ρεύματα, οργανωμένες δυνάμεις και ανένταχτο δυναμικό που δεν έχουν ταύτιση με την αντίληψή μας για το εργατικό κίνημα. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδειχθεί σημαντικές διαφοροποιήσεις μέσα στην αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα. Η βασικότερη διαπάλη εκκινεί από την αντίληψη και θέση ότι το ανεξάρτητο ριζοσπαστικό ρεύμα πρέπει να κινείται στα όρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και των ομοσπονδιών, να κάνει κριτική και να πιέζει τις συστημικές δυνάμεις. Αυτή η αντίληψη και τακτική οδηγεί κάθε φορά στον καθορισμό των εξελίξεων από τα πάνω και σε επίπεδο συσχετισμών στα ΔΣ. Αρνείται τη δυνατότητα να επιβληθούν οι εξελίξεις από κάτω, από τους ίδιους τους/τις εργαζομένους. Αντιτίθεται σε κάθε κίνηση συσπείρωσης σωματείων/συλλογικοτήτων που υπερβαίνει τον υποταγμένο συνδικαλισμό.
Αντίθετα, οι ιστορικές και κομβικές μάχες των τελευταίων χρόνων δόθηκαν από τη σκοπιά της αυτοτελούς κίνησης των σχημάτων, των επιτροπών αγώνα, ευρύτερα της πτέρυγας και των συντονισμών σωματείων και αγωνιστών/στριών με γραμμή που καλύπτει το πρώτο και αναγκαίο σκέλος, δηλαδή την πίεση, την κριτική και την αποκάλυψη της στάσης των άλλων δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα βρίσκει, σχεδιάζει και βαδίζει με αυτοτέλεια, μέσα από τις μαζικές διαδικασίες, δρόμους σύγκρουσης που καθόρισαν και καθορίζουν εξελίξεις, ακόμη κι αν το εν λόγω αντικαπιταλιστικό ρεύμα μειοψηφεί. Με αυτό ως λογική χρειάζεται να επιμείνουμε σε επίπεδο γραμμής, συγκρότησης και συνείδησης του αγωνιστικού δυναμικού το οποίο θα παραγάγει γεγονότα και εξελίξεις.
4.5 Τα παραπάνω προϋποθέτουν συστηματική πολιτικοποιημένη λειτουργία και διαδικασίες των σχημάτων, μια δουλειά που δεν πρέπει να μένει ημιτελής. Με ανάπτυξη, εμπλουτισμό πολιτικό και θεωρητικό, οργανωμένη επιστημονική παρέμβαση στο πεδίο που θα μεταφράζεται σε επεξεργασμένους, μαζικούς, αντικαπιταλιστικούς στόχους, αιτήματα και περιεχόμενο, τα οποία θα συμπυκνώνονται εξώστρεφα σε μια πολιτική πρόταση των εργαζομένων στην κατεύθυνση ενός πολιτικού εργατικού κινήματος.
Οι δυνάμεις μας δεν μπορούν να εγκλωβίζονται πάντα στα στενά όρια της συμφωνίας των σχημάτων. Οι εργαζόμενοι κρίνουν το δίκιο και το άδικο της γραμμής και της δράσης, και όχι οι άλλες δυνάμεις εντός των σχημάτων, και γι’ αυτό πρέπει πάντα να εκφράζεται η άποψή μας, είτε μέσω της ηγεμονίας στο σχήμα είτε αυτοτελώς. Αν εκτιμούμε ότι δεν μπορεί να φανεί ολοκληρωμένα μέσα από την παρέμβαση του σχήματος η αναγκαία πολιτική γραμμή, τότε φροντίζουμε να την αναδεικνύουμε και με αυτοτέλεια, δημιουργώντας «ενδιάμεσες αυτοτελείς μορφές» συσπείρωσης (π.χ. συσπείρωση γύρω από περιοδικά, εφημερίδες, ομίλους, όπως κάνουν και άλλες δυνάμεις, ή αξιοποιώντας την Ταξική Κίνηση και συγκροτώντας ομάδα της στον χώρο). Αν θεωρούμε ότι κάποιο σχήμα ρέπει προς μια γραμμή ταξικού συμβιβασμού και υποταγής στην εργοδοσία ή στις κυβερνητικές επιταγές, αρνούμενο να δώσει τις απαραίτητες μάχες, τότε δουλεύουμε για τη δημιουργία νέου σχήματος στη βάση των απόψεων της ταξικής ανασυγκρότησης και της ανατρεπτικής γραμμής με συσπείρωση κόσμου σε αυτή την βάση.
4.6 Κρίσιμο σημείο για τη διαμόρφωση της αριστερής, αντικαπιταλιστικής πτέρυγας είναι η ενοποίηση των επιμέρους σχημάτων των χώρων. Στον δημόσιο τομέα κάτι τέτοιο έχει επιτευχθεί σε σημαντικό βαθμό μέσα από τις Παρεμβάσεις ‒ Κινήσεις ‒ Συσπειρώσεις. Υπάρχουν διαδικασίες και κεντρικές όλου του Δημοσίου, αλλά και επιμέρους σε κλάδους όπου οι αγωνιστές και τα σχήματα της πτέρυγας βρίσκονται, συζητούν και αποφασίζουν την κεντρική γραμμή και τον βηματισμό. Δεν έχουν όλες οι δυνάμεις που συμμετέχουν όμως την ίδια αντίληψη για την πτέρυγα, ούτε ως προς το αναγκαίο σήμερα πολιτικό περιεχόμενο των Παρεμβάσεων ούτε ως προς την ανάγκη ενιαίας πλεύσης στο κίνημα όπως περιγράφηκε νωρίτερα. Στο σημείο όπου περιορίζεται η ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εμφάνιση της αναγκαίας γραμμής για την περίοδο αξιοποιούμε δρόμους αυτοτελούς εμφάνισής της.
Στον ιδιωτικό τομέα η πτέρυγα δεν είναι συγκροτημένη. Τα επιμέρους σχήματα που υπάρχουν σε κλάδους ή χώρους δουλειάς δεν έχουν κάποια κεντρική έκφραση, ενώ είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν σχήματα σε μια σειρά χώρους όπου υπάρχει μια πρώτη μαγιά ανθρώπων. Είναι αναγκαίο να γίνει το βήμα και να συγκροτηθεί η αριστερή, αντικαπιταλιστική πτέρυγα και στον ιδιωτικό τομέα. Η ΑΤΕ-ΕΚΑ μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση, αποτελεί όμως ένα σχήμα περιορισμένο στην Αθήνα, συνεπώς δεν μπορεί να παίξει ακριβώς τον ρόλο που θέλουμε. Για να μπορέσει να συγκροτηθεί η πτέρυγα στον ιδιωτικό τομέα, είναι αναγκαίο τα σχήματά μας να θέσουν επιτακτικά το ζήτημα της ενιαίας αντιμετώπισης της επίθεσης από το σύνολο του εργατικού κινήματος, ώστε η πάλη να μην είναι αποσπασματική και μερική. Σε αυτή την κατεύθυνση, χρειάζεται να υπάρξουν καλέσματα συντονισμού των σχημάτων του ιδιωτικού τομέα, ενώ άλλοι δρόμοι που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν είναι η διεξαγωγή κοινών εκδηλώσεων ή και φεστιβάλ των σχημάτων του ιδιωτικού τομέα.
Σχήματα που έχουμε σε εργατικά κέντρα ή ομοσπονδίες, όπως είναι η ΑΤΕ στο Εργατικό Κέντρο της Αθήνας, μπορούν να μας ανοίξουν δρόμους παρέμβασης και απλώματος της πολιτικής μας γραμμής σε σωματεία και χώρους όπου δεν διαθέτουμε δυνάμεις, ιδιαίτερα αν καταφέρουν να έχουν και εκλεγμένους στα όργανά τους. Συσπειρώνουν αγωνιστές που βρίσκονται στα σχήματά μας, καθώς και μεμονωμένους αγωνιστές εκεί όπου δεν υπάρχουν σχήματα στον κλάδο τους. Η λειτουργία αυτών των σχημάτων χρειάζεται να αποκτήσει σταθερότητα, ώστε να μπορέσουν να συνεισφέρουν στην παρέμβασή μας σε νέους κλάδους και στη συγκρότηση νέων σχημάτων.
Η Πολιτική Επιτροπή
της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης
Ιούλιος 2026
______________________________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8
Γ.2.1.3 Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα των κρίσιμων κλάδων
Ανά εποχή του καπιταλισμού αποκτούν ιδιαίτερη κρισιμότητα ορισμένοι κλάδοι της οικονομίας. Επίσης, σε ειδικές περιόδους κάποιοι βρίσκονται στην αιχμή των εξελίξεων – π.χ. την περίοδο της πανδημίας ο κλάδος της έρευνας των φαρμακευτικών προϊόντων, της υγείας, των μεταφορών, του εμπορίου, της καθαριότητας. Η κρισιμότητα ενός κλάδου αφορά τον ρόλο του στην αλυσίδα παραγωγής και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος, τον ρόλο του στο κυρίαρχο σε κάθε εποχή/στάδιο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης/κερδοφορίας και μοντέλο πειθάρχησης/εξουσιασμού/καταπίεσης. Από την άλλη, είναι διαφορετικά τα κριτήρια για την κρισιμότητα των κλάδων παραγωγής και κυκλοφορίας για την εργατική τάξη, για τις συνθήκες διαβίωσης και αναπαραγωγής της εργατικής της δύναμης, για την πρόκληση ρηγμάτων συνολικά στην καπιταλιστική μηχανή. Συνεπώς η επίγνωση από την πλευρά των εργαζομένων του ρόλου του κλάδου ή της επιχείρησης στην οποία δουλεύουν αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στη συνειδητοποίηση και στη στράτευσή τους (ή όχι), στον χειραφετητικό ταξικό αγώνα, δεν ταυτίζεται όμως με τον ρόλο τους ως κρίσιμων κομματιών μέσα στην τάξη.
Ο ρόλος των διάφορων τμημάτων της εργατικής τάξης στον ταξικό αγώνα, η ικανότητά τους να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στην αντιπαράθεση με το σύστημα και στη συνένωση όλης της τάξης, διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων και τελικά κρίνεται στην πράξη. Αντικειμενικοί όροι είναι η συγκέντρωση εργατών/τριών σε μεγάλες μονάδες, οι κλάδοι αιχμής ανά χώρα, εποχή ή περίοδο. Οι υποκειμενικοί σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά που έχει η πάλη των εργαζομένων σε αυτούς τους κλάδους ή επιχειρήσεις.
Σήμερα είμαστε στην εποχή όπου η καπιταλιστική κερδοφορία: α) απαιτεί τον οργανικό συνδυασμό απόσπασης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας (γενικά σε επίπεδο καπιταλισμού, αλλά και στους κολοσσούς των νέων τεχνολογιών, της ψηφιακής οικονομίας και του ΑΙ), β) τις πλανητικά οργανωμένες αλυσίδες παραγωγής (που εκτείνονται από τη Σίλικον Βάλεϊ έως την Κοιλάδα του Περλ, περνώντας από τα Στενά του Ορμούζ και τον «νέο δρόμο του μεταξιού») και γ) τον νέου τύπου συνδυασμό χειρωνακτικής-πνευματικής εργασίας, τυποποιημένης-δημιουργικής εργασίας. Έτσι, δεν ισχύουν οι εύκολες σχηματοποιήσεις ότι πρωτοπορία μπορεί να αποτελέσει το πιο μορφωμένο ή το πιο φτωχό-εξαθλιωμένο κομμάτι της εργατικής τάξης. Παρ’ όλα αυτά έχει σημασία να ξεχωρίσουμε κάποιους κλάδους που μπορούν να παίξουν «πρωτοπόρο» ρόλο στην ταξική πάλη: α) κλάδοι υψηλής κερδοφορίας στους οποίους οι εργαζόμενοι/ες μπορούν, σταματώντας την παραγωγή, να δημιουργήσουν ισχυρό πλήγμα στο κεφάλαιο (πλευρές αναδείχθηκαν και στην πανδημία), να πετύχουν νίκες με κινηματικούς εκβιασμούς και έτσι να ανεβάσουν την απαιτητικότητα των εργαζομένων, β) κλάδοι στους οποίους οι εργαζόμενοι εκδηλώνουν έντονη μαχητικότητα (και συνήθως μαζικότητα) ή χαίρουν εκτίμησης από την τάξη και έτσι μπορούν να συμπαρασύρουν την εργατική τάξη σε αγώνες, γ) κλάδοι των οποίων ο ρόλος στην παραγωγική διαδικασία είναι τέτοιος, που τους δίνει την ικανότητα να αναδείξουν τη δυνατότητα η εργατική τάξη να πάρει την παραγωγή και την κοινωνία στα χέρια της.
